Το πάρτυ

dancing coupleΣαν σήμερα γεννήθηκε… Πριν από πολλά χρόνια. Πότε πέρασαν τα άτιμα, συλλογιέται. Σαν το νεράκι κύλησαν. Άρχισε να ισιώνει μία μία τις φωτογραφίες στο μπουφέ. Αυτές σαν να στήθηκαν καλύτερα για να της διηγηθούν την ιστορία της. Να της απαντήσουν στο ερώτημα της. Καρέ καρέ όλες οι ευτυχισμένες στιγμές της. Ότι απομένει από τη ζωή τελικά να σε ακολουθεί. Ευτυχισμένες στιγμές αποτυπωμένες σε χαρτί. Καλύτερο φορτίο αυτό από τις πίκρες.
«Αχ βρέ Χάρη με άφησες μόνη μου σε αυτά τα γενέθλια» βουρκώνει στη θύμηση του άντρα της που έχασε πριν από μερικούς μήνες. Και όχι τίποτα άλλο, αλλά ένα παράπονο το είχε. Σε κάθε γενέθλια το είχε αυτό το παράπονο. Ένα πάρτι ρε γαμώτο, δεν έκανε ποτέ.
Από τότε που το είδε στον κινηματογράφο πως γιορτάζαν στην Αμερική τα γενέθλια, της είχε μείνει απωθημένο. Αλλά τότε ήταν ήδη τριαντατριών με μια πεντάχρονη κόρη και στην Ελλάδα βούιζε ακόμα ο απόηχος από τον εμφύλιο. Έπρεπε να φτάσει 88 χρονών για να εξομολογηθεί στον Χάρη τον καημό της. Σαν τις γριές που ξεμωραίνονται και ζητούν πράγματα παιδιάστικα. Και εκείνος της έταξε ότι θα της οργανώσει το καλύτερο πάρτι. Θα έρθουν οι κόρες της, τα εγγόνια της και όσοι φίλοι τους απέμειναν στη ζωή. Θα ετοίμαζαν μπουφέ με κεφτεδάκια, τυροπιτάκια, μπύρες και αναψυκτικά. Θα βάζανε και μουσική. Της γιαγιάς της άρεσε πολύ η τζαζ. Γκέρσουιν, Άρμστρονγκ, Μίλλερ, Ελινγκτον και άλλοι. Αλλά η αδυναμία της ήταν η ρόκ. Όταν ήταν μικρή της έστελνε ο αδερφός της από την Αμερική δισκάκια του Λιτλ Ρίτσαρντ και του Φάτς Μπέρι. Θα την χόρευε και μπλουζ, που είχε να την χορέψει από το γάμο τους. Και φυσικά μια μεγάλη τούρτα στο τέλος γεμάτη κεριά, κάθε χρόνος και κερί.
«Θα πάρει φωτιά το σπίτι καλέ μου», του είχε πει και γελάσανε πολύ. Καιρό είχαν να γελάσουνε τόσο. Κουτσά στραβά το οργάνωσε ο καημένος. Έψαξε για φίλους και γνωστούς, κάποιοι είχανε πάθει αλσχάϊμερ εν τω μεταξύ, έμαθε ότι πεθάνανε και δυο-τρείς, μερικοί ήταν κατάκοιτοι. Πάντως οι πιο κοτσονάτοι του το υποσχέθηκαν ότι θα έρθουν. Μέχρι και προσκλητήρια είχε αγοράσει. Και μια μεγάλη τούρτα ειδική παραγγελία από το «Αριστοκρατικόν». Και 89 κεράκια.
Τον κακομοίρη τον Χάρη, που από το άγχος του να πετύχει το πάρτι του ανέβηκε η πίεση στα ύψη και μια μέρα πριν το μεγάλο γεγονός τον τρέχανε στα επείγοντα.
«Πήγαινε σπίτι», της είχε πει. «Πρέπει να είσαι στο πάρτι σου».
«Εσύ είσαι το σπίτι μου» του είχε απαντήσει. «Βρίσκομαι ακριβώς εκεί που πρέπει να είμαι»
Και τελικά το πάρτι αναβλήθηκε.
«Του χρόνου αγάπη μου», της υποσχέθηκε όταν βγήκε από το νοσοκομείο, «θα σου ετοιμάσω το καλύτερο πάρτι».
Ούφ, τι τα σκέφτεται τώρα όλα αυτά τα στενάχωρα; Προσπαθεί να σκεφτεί κάτι ευχάριστο. Την βοηθάει η φωτογραφία τέρμα δεξιά στο μπουφέ. Απεικόνιζε την πρώτη και μοναδική φορά που έκανε πάρτι για την κόρη της.
« Έκλεινε τα 17 το μπουμπουκάκι μου».
Είχε καλέσει όλες τις τσούπρες της τάξης της από το σχολείο. Από το πρωί ετοίμαζε τους μεζέδες. Ήρθε και η κομμώτρια και τους έφτιαξε μάνας και κόρης τα μαλλιά. Της είχε πάρει δώρο ένα πανέμορφο φορεματάκι, με ντεκολτέ παρακαλώ. Βλέπεις την είχε αφήσει να καλέσει και αγόρια. Και τούρτα μπλάκ φόρεστ από του Ζώναρς.
Τόση ετοιμασία, έστρωσε τα σεμεδάκια, έβαλε τα ξηροκάρπια στο κρύσταλλο, άνοιξε φύλλο για τυροπιτάκια. Και με το που ήρθαν οι καλεσμένοι η κορούλα της την εξόρισε, μαζί με τον Χάρη στην κουζίνα και κλειδαμπαρώθηκαν στο σαλόνι, για να καπνίσουν κρυφά και να χορέψουν τα γιεγιέδικα της εποχής. Πήγε να σκάσει από το κακό της. Τουλάχιστον η κανακάρα της, της το έκανε το χατίρι και την άφησε να παραστεί όταν έσβηνε την τούρτα. Και έμεινε εκείνη η στιγμή, ακίνητες στο χρόνο, για πάντα νέες να χαμογελούν, με τα μαλλιά τους λάχανο και τις ασορτί πέρλες στο λαιμό τους. Αποτυπωμένη σε ένα κομμάτι χαρτί.
Πάνω λοιπόν που ξεθάρρεψε και άρχισε να φλερτάρει με την ιδέα να κάνει και ένα πάρτι για τον εαυτό της ήρθε η δικτατορία. Αριστερός ο Χάρης, τον αποχωρίστηκε για 2 βασανισμένα χρόνια, που τον κρατούσαν στη Γυάρο.
Αχ, από δω το πάει από κει το πάει πάλι τα στενάχωρα σκέφτεται. Όταν γεννήθηκε πάντως η πρώτη της εγγόνα την έπιασε την κόρη της. «Το καλό που σου θέλω να της κάνεις πάρτι σε κάθε γενέθλια και στις γιορτές της». Τα έχασε η κόρη αλλά της το υποσχέθηκε. Και έτσι, γιαγιά πλέον, πήγε καλεσμένη στο πρώτο της πάρτι! Με τούρτα, τραγουδάκια, και παιδάκια να τσιρίζουν τρισευτυχισμένα. Και με την δεύτερη εγγόνα τα ίδια. Μέχρι που μεγάλωσαν και έκαναν τα πάρτι μόνες τους. Τι ιστορίες τις έλεγε τις γιαγιάς η μεγάλη, για πάρτι στη παραλία με φωτιές, κιθάρες και πίτσες. Για πάρτι σε ντισκοτέκ και μπίτς μπαρ με πολύχρωμα φωτάκια πάνω σε καλάμια, και χορό, πολύ χορό. Ταξίδευε η γιαγιά σε άλλους τόπους όταν την άκουγε. Γινότανε και εκείνη 20 χρονών με σκισμένα τζίν και μπαντάνα στα μαλλιά. Η μικρή πάντως το παράκανε. Όλο από πάρτι σε πάρτι πήγαινε. Πάνω σε δάση και σε ερημιές. Οινόφυτα, Βαρυμπόμπη. Της μίλαγε μάλιστα και για πλάσματα μαγικά που έβγαιναν από τα δάση και χορεύανε μαζί τους. Και όταν τη ρώτησε η γιαγιά ποιο παιδάκι είχε τα γενέθλια του, η μικρή ξεράθηκε στα γέλια. Πω, πω, πω πόσο ντράπηκε. Που να ξερέ μεγάλη γυναίκα ότι μερικά πάρτι δεν έχουν καμία σχέση με γενέθλια και φίλους.
«Βρέ το ξεκουτιασμένο, ρεζίλι έγινα», παραπονιόταν στο Χάρη το ίδιο βράδυ.
«Να ναι καλά οι εγγονούλες μου» ευχήθηκε χαμογελώντας καθώς τις καμάρωνε στις φωτογραφίες. Έχει καιρό να τις δει και της είχαν λείψει. Η μικρή έφυγε στα Λονδίνα να κάνει μεταπτυχιακό. Η μεγάλη παντρεύτηκε έναν δάσκαλο, πολύ καλό παλικάρι, και μετακόμισαν στην επαρχία. Περιμένουνε παιδάκι, τώρα δα μπήκε και στο μήνα της. Και η κόρη της πήγε και εγκαταστάθηκε προσωρινά μαζί τους για να τους βοηθήσει. Αχ αυτός ο κύκλος της ζωής. Σαν να έχει αρχίσει να περισσεύει νιώθει, έτσι είναι με τις προγιαγιάδες, τι χρησιμότητα έχουνε; Ειδικά οι χήρες προγιαγιάδες…
Αφήνει τον μπουφέ με τις αναμνήσεις και πηγαίνει στη κρεβατοκάμαρα. Κοιτάει το είδωλο της στο καθρέφτη, πάντα τρομάζει στη πρώτη ματιά, νομίζει ότι κοιτάει κάποια άλλη, κάποια άγνωστη μεγάλη γυναίκα. Χαϊδεύει τις πέρλες στο λαιμό της, το χέρι της κυλάει ως τις ραφές στο μεταξωτό φόρεμα της. Αυτό το φόρεμα πρέπει να είναι πάνω από 50 χρονών. Το είχε αγοράσει από το Κολωνάκι με τον πρώτο της μισθό. Έπρεπε να κοντέψει τα 40 για να καταλάβει ότι μπορεί και εκείνη να εργάζεται. Της κόστισε σχεδόν ολόκληρο το μηνιάτικο. Χαλάλι. Κάθε φορά που το φορούσε ένιωθε σαν σταρ του σινεμά. Αχ ακόμα θυμάται τις ματιές που της έριξε ο Χάρης όταν την είδε να το πρωτοφοράει. Της πάει, συλλογιέται, μόνο που της πέφτει πια λίγο φαρδύ. Το μετάξι σε μερικά σημεία έχει ξεφτίσει, και οι ψιλές παγιέτες μοιάζουν με πάζλ που του λείπουν κομμάτια.
«Για αυτό μου πάει» αναφώνησε. «Γέρασε και αυτό μαζί μου».
Χτενίζει τα κάτασπρα μαλλιά της και τα αφήνει λυτά να πέσουν στους ώμους της. Ζωγραφίζει τα μάτια της με μαύρο μολύβι και φοράει κραγιόν. Και ναι κάπου εκεί στο είδωλο του καθρέφτη αρχίσει να αναγνωρίζει κομμάτια της. Γελάει με τον εαυτό της που έχει σημαιοστολιστεί χωρίς να περιμένει κανέναν.
Σηκώνεται και φοράει τα τακούνια της. Εκείνα τα ψηλά είχε πάρει για το γάμο της μεγάλης της εγγόνας. Με αβέβαια βήματα επιστρέφει στο σαλόνι, όπως τα παιδάκια που μαθαίνουν να περπατάνε. Νιώθει τα αρθριτικά της να τρίζουνε σαν αλάδωτος σωμιές.Το παλιό πικάπ που μοιάζει με βαλιτσάκι ξεκινάει και παίζει μουσική. Στο τραπεζάκι του σαλονιού έχει βγάλει ξηρούς καρπούς, σοκολατάκια και τσίπς. Και μια μικρή τουρτίτσα λευκή με γέμιση από φράουλες από τον ζαχαροπλάστη στη γωνία. Έχει κρατήσει τα 89 κεριά που της είχε πάρει ο Χάρης. Ξεκινάει και τα στήνει, 89 κεριά και ένα ακόμα. 90 κεράκια αναμμένα σιμά σιμά μοιάζουν σαν μία και μοναδική φλόγα. 89 & 1 γενέθλια που πέρασαν χωρίς να τα γιορτάσει. Προτού τα σβήσει κοιτάζει μία μία τις φωτογραφίες του μπουφέ. Κάνει μια ευχή και τα κεριά σβήνουνε. Χειροκροτεί τον εαυτό της. Κάτι σαν χαρά και κάτι σαν λύπη έχει φυτρώσει ανάμεσα από τις δυο μεγάλες ρυτίδες που αυλάκωναν το πρόσωπο της. Πάει και αυτό.
Δυναμώνει την μουσική και αρχίζει να λικνίζεται κάτω από της εξαιρετική φωνή της Μαξίνε Σάλλιβαν. Χορεύει ψιθυρίζοντας τραγουδιστά τους στοίχους στο κέντρο του σαλονιού. “When you’re alone, who cares for starlit skies, when you’re alone, the magic moonlight dies, at break of dawn, there is no sunrise. When your lover has gone…”.
Η ματιά της έχει εστιάσει στη φωτογραφία του Χάρη. Δεν βλέπει το χαλί που έχει διπλώσει η γωνία του και παραπατάει. Με τα τακούνια δεν μπορεί να κρατήσει ισορροπία και πέφτει φαρδιά πλατιά κάτω με ένα δυνατό γδούπο. Το κεφάλι της χτυπάει με φόρα στην γωνία του τραπεζιού. Όλα σκοτεινιάζουν για μερικά δευτερόλεπτα. Ακούει μόνο τη μουσική από το πικάπ σαν να έρχεται από κάπου μακριά. Σιγά σιγά αρχίζει να επανακτά της αισθήσεις της και ανασηκώνεται. Τι περίεργο ενώ πρέπει να έχει χτυπήσει άσχημα δεν νιώθει κανένα πόνο. Πιάνει το κεφάλι της ψάχνοντας για καρούμπαλο. Κοιτά το Χάρη στη φωτογραφία αμήχανα, «Δεν το πρόσεξε κανείς ε;»
Δεν προλαβαίνει να κάτσει ακούει το κουδούνι της πόρτας. Πω, πω, πω ντροπή, θα ανησύχησε τους γείτονες με τις χαζομάρες της. Είναι και αργά και έχει βάλει δυνατά τη μουσική. Δεν πειράζει, όποιος και να ναι θα τον κεράσει ένα γλυκάκι και λίγη τουρτίτσα έτσι για το καλό, μονολογεί.
Ανοίγει τη πόρτα και μένει έκπληκτη στη θέα της κόρης της, των εγγονών της, παραπίσω ανιψιές και ανιψιοί, άλλα εγγόνια, φίλοι και γείτονες. Όλοι ντυμένοι γιορτινά, με πλατιά χαμόγελα. Έκπληξη, της λέει η κόρη της και την φιλάει. «Χρόνια πολλά» ακούγεται μια ομοφωνία στο διάδρομο.
«Καλωσορίσατε, καλωσήρθατε, να είστε όλοι καλά» η γιαγιά τα έχει χάσει από την χαρά της.
Μπαίνουν όλοι μαζί μέσα στο σαλόνι. Την χαιρετούν ένας ένας και την αγκαλιάζουν. Κρατούν στα χέρια τους λουλούδια και δωράκια. «Να σας κεράσω» πάει να τους ταρτάρει. «Να σε χαιρόμαστε» της απαντούν.
Γέλια και χαρές ηχούν από το σαλόνι, άλλοι χορεύουν, άλλοι τρώνε, άλλοι πίνουν το ποτό τους και συζητάνε. Όποτε περνάει κάποιος δίπλα της, σηκώνει το ποτήρι του για να της ευχηθεί. Και η γιαγιά καμαρώνει όλον αυτόν τον κόσμο.
«Τι λες λοιπόν έκανα καλή δουλεία;» την ρωτάει ο Χάρης, καθισμένος δίπλα της στο καναπέ.
«Πολύ καλή αγάπη μου, σε ευχαριστώ» του απαντάει και του δίνει ένα γλυκό φιλί στο στόμα.
«Λείπει κάτι τελευταίο όμως…» χαμογελάει.
Ο Χάρης σηκώνεται και απλώνει το χέρι του ιπποτικά. Την οδηγεί στο κέντρο του σαλονιού. Από το πικάπ ξεχύνεται μια υπέροχη μελωδία.
Αρχίζουν να χορεύουν. Όλος ο κόσμος γύρω σταματάει να τους θαυμάσει.
Heaven, I’m in heaven and my heart beats so that I can hardly speak. And I seem to find the happiness I seek, when we’re out together dancing cheek to cheek.

By Α.Α.

Αφιερωμένο στους γονείς μου.

Advertisements

One thought on “Το πάρτυ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s