Τόμος V – Ο Γάμος

Ήταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι το οποίο είχε ένα μαγικό κυβάκι. Μέσα από το μαγικό κυβάκι μπορούσε να δει μόνο την αλήθεια….

Τόμος  V – Ο Γάμος

Κάποτε λοιπόν το μικρό κορίτσι μεγάλωσε και οι γονείς της, της είπαν ότι έπρεπε να παντρευτεί.  Το κορίτσι κοίταξε μέσα από το κυβάκι και είδε δυο στεφάνια με κοφτερά σαγόνια να αιωρούνται πάνω από το κεφάλι των γονιών της έτοιμα να τους κόψουν το λαιμό. Η μάνα της παράλληλα κρατούσε ένα αμόνι κάπου ανάμεσα από το λαιμό της και τη καρδιά της. Και ο πατέρας της είχε ένα ίδιο αμόνι, μόνο που το δικό του έγραφε πάνω «ντροπή».  Το κορίτσι ξαναέβαλε το κυβάκι στη τσέπη του. Ήταν ένα πολύ μικρό κυβάκι, σαν αυτά που ξύνουν τις στέκες του μπιλιάρδου, τόσο μικρό σας λέω. Στη μέση είχε μια μικρή τρυπούλα. Πολλές φορές το έχανε, γιατί όπως βλέπετε και εσείς το κυβάκι ήταν αόρατο. Για αυτό και έραψε μια μικρή τσεπούλα σε όλες της τις κιλότες για να μη το χάσει ποτέ. Πέρασαν λοιπόν οι μέρες και οι νύχτες μαζί με κάτι μεσημέρια. Και ήρθε μια μέρα γιορτινή και τα στεφάνια στο κεφάλι των γονιών γέμισαν με λουλούδια κρύβοντας τα ατσάλινα τους δόντια. Το αμόνι του πατέρα έμοιαζε με ασβεστόλιθο. Της μάνας  έμεινε ίδιο και απαράλλακτο από τη μέρα που γεννήθηκε το μικρό κορίτσι. Είχε βρεθεί ο γαμπρός!

Της τον έφεραν να τον γνωρίσει. Πριν πατήσει το πόδι του στο σπίτι, οι τέσσερις γονείς έδωσαν τα χέρια σταυρωτά και έδωσαν όρκο βαρύ και τίμιο για το προξενιό. Μετά στα κρεβάτια τους μετράγανε με τα δάχτυλα και στοιβάζανε τα προικιά σε ζυγαριές μην τυχόν τους έχει ρίξει ο έμπορος.

Το κορίτσι είχε κρυφτεί πίσω από τη σκάλα και πήγε να κοιτάξει μέσα από το κυβάκι της το αγόρι που θα γινόταν ο νυμφίος της. Η μάνα της όμως την πήρε χαμπάρι και της το άρπαξε από το χέρι και το έχωσε στο στήθος της. «Επιτέλους με τις βλακείες σου» μουρμούρισε «Ρεζίλι θα μας κάνεις». Το κορίτσι δεν μπορούσε πια να δει την αλήθεια. Φοβήθηκε, πείσμωσε, και ανέβασε πυρετό. «Από την ανυπομονησία» δικαιολογήθηκε η μητέρα και η οικογένεια του νυμφίου αποχώρησε. Να το ξέρετε και εσείς, οι γονείς δεν λένε πάντα την αλήθεια.

Ο γάμος οργανώθηκε. Κάθε μέρα το κορίτσι έβλεπε να περνάνε μέσα στο σπίτι της αρπακτικές αλεπούδες. Είχε βρει στο μεταξύ το κυβάκι της γιατί η μάνα της δεν μπήκε στο κόπο να το κρύψει, πώς να κρύψεις άλλωστε κάτι που δεν αντιλαμβάνεσαι. Της έπεσε στο χαλί όταν έβγαλε το στηθόδεσμό της. Το κορίτσι άκουσε το χτύπο.

Ήρθαν φίλοι και συγγενείς για να την ετοιμάσουν. Για να τη καμαρώσουν. Για να μετρήσουν την ευτυχία της και να τη συγκρίνουν με τη δική τους. Για να πειστούν ότι όλα γίνονται. Μα όλα.

Τη ντύσανε λοιπόν στα λευκά, ολόλευκα, αγνά. Λίγο πιο πέρα κάτι σαπισμένοι οργασμοί ανέβαιναν σα λόξυγκας στα λόγια συμπαράστασης. Το κορίτσι ήταν πολύ ευτυχισμένο. Της είχαν φορέσει πέπλο και είχε σφηνώσει το κυβάκι της στο αριστερό της μάτι ανάμεσα στα βλέφαρα. «Σταμάτα πια να αλληθωρίζεις, μα τι έπαθες ;» την σκούνταγε η μάνα της.

Το κορίτσι ήταν πλέον έτοιμο. Στην αντανάκλαση, μέσα από  τα μάτια της μάνας της, είδε τον εαυτό του, μικρό κορίτσι ετών 5 ντυμένο σαν μεγάλο. Είδε το γάτο της να φουσκώνει από υπερηφάνεια και συγκίνηση. Είδε τις φίλες της πράσινες και γκρι.  Από ζήλια και από φόβο. Είδε πέρα από το παράθυρο, πίσω από τις μηλιές τον σιωπηλό της θαυμαστή να κλαίει και ρίχνει μαστιγιές στο δειλό εαυτό του. Ήταν έτοιμη.

Η άμαξα ήταν στολισμένη με λεφτά, κονσερβοκούτια και μπαλόνια . Το ίδιο και η εκκλησία. Το κυβάκι της έπεσε από το μάτι στα σκαλιά και στάθηκε στις πιέτες της φούστας της.  Το μάζεψε διακριτικά και το φόρεσε. Όπως το είχε φανταστεί. Οι καλεσμένοι έστεκαν σα μαριονέτες,  με τα σχοινιά να τους να κρατάνε τα κεφάλια, τα βυζιά και τις μύτες όσα εκατοστά πρέπει πάνω από τη γη. Το κεφάλι του ιερέα έμοιαζε με ταμιακή μηχανή. Ο πατέρας της τη συνόδεψε μέχρι το βωμό. Δάκρυα υποκρισίας και δάκρυα χαράς κυλούσαν σαν δίδυμα αδέρφια στα πρόσωπα των παραβρισκόμενων. Άκου να μαθαίνεις τώρα πώς να τα ξεχωρίζεις. Τα δάκρυα χαράς είναι αλμυρά. Τα δάκρυα υποκρισίας γλυκά.

Το κορίτσι είχε φτάσει. Το αγόρι – γαμπρός γύρισε να τη κοιτάξει. Σήκωσε το χέρι του στο ύψος των ματιών του. Κρατούσε ένα μικρό κυβάκι, μέσα από το οποίο έβλεπε μόνο την αλήθεια….

Και έζησαν αυτοί καλά και εσείς καλύτερα…

A.A.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s