Το τσίρκο

Τα πρώτα στερητικά συμπτώματα άρχισαν να ενοχλούν τις σκέψεις και το κορμί του Ρενάτο. Είχε περάσει σχεδόν  μια μέρα από το τελευταίο σουτάρισμα και η αγωνία για την επόμενη δόση έσκαγε ανά τακτά διαστήματα. Μαζί με τους πρώτους πόνους στο κορμί, λίγο ιδρώτες, λίγο κρυάδες κ.α. Με το μυαλό του στεγνό και τις τσέπες του άδειες, αφού μια ακόμα μέρα ζητιανιάς δεν απέδωσε, αποφάσισε ότι δεν το γλίτωνε το ψείρισμα.  Και πώς να μη το γλιτώσει αφού οι μαλάκες αντί για λεφτά του έδιναν σάντουιτς και πορτοκαλάδες. Την τελευταία φορά πάντως είχε σταθεί πολύ τυχερός. Η γκομενίτσα που τζούρνεψε είχε πάνω της περίπου 300.000 λιρέτες . Τον έβγαλαν «καθαρό» κοντά μια εβδομάδα.  Κατέβασε δυο τζούρες από το τσιγάρο του και σηκώθηκε από το πεζούλι. Άρχισε να περιπλανιέται στους δρόμους της Ιταλικής επαρχιακής πόλης αναζητώντας το θύμα του. Δεν άργησε να το εντοπίσει, είχε μάθει πια τους κανόνες τόσα χρόνια στο πεζοδρόμιο. Χοντρός μεσήλικας με χοντρά παιδάκια = χοντρό πορτοφόλι & εύκολη διαφυγή. Τις γκόμενες γενικά της απέφευγε. Είχαν την κακή συνήθεια να τσιρίζουν και δεν ήταν λίγες οι φορές που βρέθηκε να τον κυνηγάει ο κάθε μαλάκας που έψαχνε ευκαιρία να γίνει ήρωας. Διακριτικά τους πήρε στο κατόπι ψάχνοντας την κατάλληλη στιγμή.

Μετά από αρκετό στενό μαρκάρισμα και αφού είχαν περάσει άλλα διακόσια ιδανικά θύματα από κοντά του, ο Ρενάτο είχε πεισμώσει. Στο θολωμένο από την χαρμάνα μυαλό του, το πορτοφόλι του χοντρού όλο και φούσκωνε. Αρχικά είχε υπολογίσει ότι πρέπει να είχε γύρο στις 100.000 λιρέτες. Τώρα ήταν σίγουρος εκεί μέσα θα έβρισκε 500.000 λιρέτες. Συνέχισε να τον ακολουθεί χωρίς να αντιλαμβάνεται που πηγαίνει, μέχρι που ένα γεροδεμένο χέρι του έκοψε το δρόμο.

– ΕΕ μπαμπίνο, εισιτήριο; Είπε η φωνή από το χέρι ενώ το χέρι του έδειξε ένα ξύλινο γκισέ που πάνω ήταν ζωγραφισμένη η λέξη Μπιγκλιέτι.

«Όχι ρε γαμώ τη Μαντόνα μια», σκέφτηκε ο Ρενάτο. Μουρμούρισε ένα συγνώμη λάθος και βγήκε από την ουρά για τα εισιτήρια. Κοίταζε χοντρό μέχρι που χάθηκε πίσω από τις τέντες. Στο μυαλό του τώρα αναβόσβηναν με νέον 1.000.000 λιρέτες. Ρε θα το άρπαζε αυτό το πορτοφόλι ο κόσμος να χαλάσει. Απομακρύνθηκε από το συγκεντρωμένο πλήθος αναζητώντας μια εναλλακτική είσοδο. Έκανε τον γύρο της τεράστιας πολύχρωμης τέντας και στάθηκε στο πιο σκοτεινό σημείο.  Με το λεπίδι του άνοιξε μια σχισμή στο πλαστικό πανί και μπήκε μέσα. Βρέθηκε στο πίσω μέρος από τις κερκίδες που ήταν στημένες περιμετρικά της κεντρικής σκηνής. Με ύφος τουρίστα και μάτια αρπακτικού άρχισε το φέις κοντρόλ μέχρι που τον εντόπισε. Ο χοντρός είχε κάτσει με τα πιτσιρίκια του μπροστά μπροστά στη σκηνή σε ένα ξεχωριστό μπαλκόνι, προφανώς για τους VIP. 2.000.000 λιρέτες άστραψαν στο κεφάλι του.

Αφού έκανε τον μισό γύρο, βρήκε την είσοδο του μπαλκονιού που έψαχνε η οποία φρουρούταν από ένα γεροδεμένο τύπο. Άραξε αδιάφορος λίγο παραπίσω, αναμένοντας να ξεκινήσει η παράσταση, η συναυλία ή ότι σκατά γινόταν εκεί μέσα για να καταφέρει να μπει στην ζούλα. Όντως μετά από λίγη ώρα τα φώτα χαμήλωσαν, οι προβολείς φώτισαν το κέντρο της σκηνής. Ο Ρενάτο με ένα σάλτο βρέθηκε καθισμένος 2 θέσεις πίσω από το χοντρό ενώ το αντικείμενο του πόθου του στεκόταν αφύλαχτο στη θέση δίπλα. Τόσο εύκολο που έμοιαζε με αδικία.

Ο παρουσιαστής εμφανίστηκε στη σκηνή, ντυμένος υπερβολικά με αστραφτερό φράκο και πολύχρωμα φουλάρια!

– Κυρίες και Κύριοι καλώς ήρθατε στο τσίρκο Μάτζικο!!

Στο άκουσμα της λέξης Μάτζικο ο Ρενάτο σήκωσε το κεφάλι του. Μάτζικο. Είχε χρόνια να σκεφτεί αυτή τη λέξη. Ούτε που το είχε πάρει χαμπάρι ότι είχε μπει σε τσίρκο. Μάτζικο. Κοίταξε την σκηνή σαν χαμένος . Σε μια κρίση διαύγειας το μυαλό του ταξίδεψε πίσω, πάνω από μια δεκαετία. Ήταν η μέρα που έκλεινε τα  12, η ημέρα που το τσίρκο είχε περάσει από τη μικρή κωμόπολη όπου ζούσε.

Το πολύχρωμο καραβάνι παρέλασε μπροστά από τον κεντρικό δρόμο. Μαζί με τα υπόλοιπα πιτσιρίκια  και αυτός, έτρεχαν δίπλα στα κλουβιά με τα άγρια ζώα και πίσω από φορτηγά με πολύχρωμα σχέδια. Μπροστά ένα μικρό κομμάτι του θιάσου: ο παρουσιαστής, 3 κλόουν, και 8 πανέμορφες γυναίκες με φτερά προπορεύονταν και διαλαλούσαν την άφιξη τους.  Το τσίρκο τελικά εγκαταστάθηκε μερικές δεκάδες χιλιόμετρα πιο πέρα από το τη πόλη τους.

Ο Ρενάτο είχε θερμοπαρακαλέσει τον πατέρα του να τον πάει στο τσίρκο. Και τελικά τα είχε καταφέρει. Ήταν πολύ σπουδαίο πράγμα να έρθει τσίρκο κοντά στη περιοχή σου. Όλοι από  τα γύρο χωριά και τις πόλεις θα κατέβαιναν.  Μετά από μερικές μέρες η μεγάλη τέντα είχε στηθεί και ο κόσμος σύρρεε για να παρακολουθήσει την παράσταση.

Ο Ρενάτο καθόταν στη κερκίδα με τον πατέρα του ανυπόμονος να ξεκινήσει η μαγεία. Είχε ήδη φάει όλα τα νύχια των χεριών του από την  αγωνία του. Η αλήθεια είναι ότι πεινούσε κιόλας. Το τσίρκο εκτός από πριονίδι και απορρίμματα ζώων, μοσχοβολούσε ψητό καλαμπόκι, καραμελωμένα μήλα και καλτσόνε.  Ήξερε όμως ότι ο πατέρας του με χίλια ζόρια κατάφερε να αγοράσει εισιτήριο για τον εαυτό του. Τον Ρενάτο τον είχε μπάσει κρυφά από την πίσω μεριά του ξύλινου γκισέ που πάνω ήταν ζωγραφισμένη η λέξη Μπιγκλιέτι. Οπότε παρηγορούταν στα νύχια του και ήλπιζε ότι στο σπίτι η μάνα του θα είχε φτιάξει κανένα φαγητό της προκοπής. Τα φώτα χαμήλωσαν και ο παρουσιαστής εμφανίστηκε στη σκηνή.

Ο Ρενάτο δεν κοιτούσε, ρουφούσε την παράσταση με όλες του τις αισθήσεις. Σχεδόν αγνοούσε τον πατέρα του που του έδειχνε τα ζώα και του εξηγούσε πόσο πολύ τα βασανίζουν για να κάνουν αυτά τα κόλπα πάνω στη σκηνή. Την ώρα εκείνη ο Ρενάτο κοίταζε μαγεμένος τα υπέροχα άλογα με πανέμορφες αμαζόνες στη πλάτη τους να κάνουνε ακροβατικά.  Γέλασε μέχρι που πήγε να κατουρηθεί με τους κλόουν. Τα μάτια του τα έκλεισε μόνο όταν είδε τη θηριοδαμάστρια να βάζει όλο της το κεφάλι μέσα στο στόμα του λιονταριού.  Τα ξανάνοιξε στο χειροκρότημα. Πάλι καλά η κοπέλα δεν είχε πάθει τίποτα. Κάποια στιγμή στήθηκε ένα μεγάλο δίχτυ που κάλυπτε όλη τη σκηνή και οι προβολείς έδειξαν ψηλά. Ο Ρενάτο ακολούθησε τη λάμψη τους και αυτό που είδε έκανε την καρδιά του να σταματήσει για μερικά δευτερόλεπτα. Εκεί πάνω στο πάλκο των φώτων βρισκόταν η πιο όμορφη κοπέλα που είχε δει ποτέ. Πρέπει να ήταν 12 – 13 χρονών αλλά την είχαν ντύσει και βάψει σαν να είναι γυναίκα. Τα μακριά μαλλιά της ήταν πιασμένα σε μια ψηλή αλογοουρά. Γατίσια μάτια άστραφταν καταπράσινα κάνοντας έντονη αντίθεση με το σκούρο προσωπάκι της. Το λεπτό σαν κλαράκι κορμί της ήταν μελαμψό. Φορούσε ένα κεντημένο με πούλιες τοπάκι  που  μαρτυρούσε τα πρώιμα πρηξίματα εκεί που κάποτε θα είναι το στήθος της. Με άπειρη χάρη η μικρή ελαφίνα ανέβηκε με τα γυμνά της πόδια στην κούνια. Άρχισε να αιωρείται πάνω στο λεπτό σίδερο αγκαλιάζοντας το με τα πόδια της , τα χέρια της τη πλάτη της . Το στενό σορτσάκι της σταματούσε ψηλά στο πίσω μέρος των γλουτών της.  Κάθε κίνηση της αναδείκνυε τις  λεπτές μελαχρινές της γάμπες, τη καμάρα των ποδιών της, την επίπεδη κοιλιά της, τα λεπτά πρηξίματα στο στέρνο της. Η καρδιά του Ρενάτο πονούσε. Μαζί πονούσε το πουλί του που για πρώτη φορά στη ζωή του το ένιωθε σαν θηρίο μέσα σε κλουβί. Ο γλυκός αυτός πόνος μέλωνε μέσα στους πόρους του δίνοντας ανατριχίλες και εκρήξεις  χαμηλά στην κοιλιά του.

Η κοπέλα συνέχισε να αιωρείται  ώσπου με ένα μεγάλο στριφογυριστό σάλτο βρέθηκε στην αντικριστή κούνια κρεμασμένη από τα χέρια ενός ακροβάτη. Το πλήθος χειροκρότησε. Εκείνη γλίστρησε από τα χέρια του και προσγειώθηκε απαλά στο δίχτυ. Έκανε μια μικρή υπόκλιση και έφυγε τρέχοντας προς τα παρασκήνια σαν κυνηγημένο ζωάκι.

Ο Ρενάτο ένιωσε το κορμί του να κάνει μπλούμ. Μόνο που δεν δάκρυσε. Σταμάτησε να κοιτάει τους ακροβάτες, τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα παρασκήνια. Η παράσταση τελείωσε και ο πατέρας του τον πήρε να τον πάει σπίτι. Ανέβηκαν στο μηχανάκι και μετά από μιάμιση ώρα είχαν φτάσει σπίτι.

Όλη νύχτα ο Ρενάτο έπαιζε ξανά και ξανά στο μυαλό του την εικόνα της μικρής ακροβάτισσας να αιωρείται πάνω από το κρεβάτι του. Το πουλί του εκείνο το βράδυ έκανε κάτι πρωτοφανές που άφησε σημάδια στα σεντόνια του. Ήταν υπέροχο. Την άλλη μέρα όμως μάταια παρακαλούσε τον πατέρα του να ξαναπάει. Ήταν ανένδοτος.

Η διαδρομή μέχρι το τσίρκο ήταν μεγάλη και επικίνδυνη. Το καλοκαίρι είχε τελειώσει και τα σχολεία θα άνοιγαν ξανά τις πύλες της κολάσεως τους.  Ο Ρενάτο έστυβε το μυαλό του να βρει τρόπο να ξαναπάει για να την ξαναδεί, έστω και μια φορά. Και οι μέρες περνούσαν. Αλλά εκείνη κάθε βράδυ ακροβατούσε πάνω στο κάγκελο του κρεβατιού του. Και το φθινοπωρινό αεράκι δρόσιζε  τα φλογισμένα του μάγουλα.

Γύρναγε από το σχολείο την ημέρα που τη ξαναείδε. Πρέπει να είχαν περάσει 6 μήνες από τη βραδιά του τσίρκου. Καθόταν στη κεντρική πλατεία της κωμόπολης και με βαριεστημένο ύφος μοίραζε φυλλάδια. Ο Ρενάτο σήκωσε ένα ίδιο φυλλάδιο από το πεζοδρόμιο προτού πλησιάσει. Ανακοίνωνε τις δυο τελευταίες παραστάσεις του τσίρκου πριν αναχωρήσουν για τον επόμενο σταθμό τους στην άλλη άκρη της Ιταλίας.  Φορούσε ένα γαλάζιο φόρεμα μέχρι τα γόνατα και τα μαλλιά της τα είχε κοτσίδα. Τα μάτια της έλαμπαν στο φώς του ήλιου. Τα γόνατα του κόπηκαν και το στομάχι  του έγινε κόμπος. Κρυμμένος πίσω από τα δέντρα της πλατείας ο Ρενάτο αποφάσισε: ή τώρα ή ποτέ. Αγνόησε τους αφρικάνικους ρυθμούς που έπαιζε η καρδιά του και πήγε και στάθηκε κοντά της.

– Ώστε φεύγει το τσίρκο ; άκουσε τον εαυτό του να λέει.

– Ναι αύριο είναι η τελευταία παράσταση, απάντησε η κοπέλα.

Η φωνή της ήχησε κρυστάλλινη στα αυτιά του.

– Στεναχωριέσαι;

– Όχι καθόλου, μου αρέσει να πηγαίνω σε καινούργια μέρη.

– Με λένε Ρενάτο, εσένα;

– Σερινέ.

Αφού συστηθήκαν έπεσε μια σιωπή που ο Ρενάτο έπρεπε οπωσδήποτε να καταπολεμήσει.  Η μεγάλη πινακίδα του παγωτατζή απέναντι του έδωσε έμπνευση.

– Θέλεις παγωτό;

– Δεν είναι νωρίς για παγωτό;

– Δεν είναι νωρίς να φοράς φόρεμα χωρίς κάλτσες;

Η Σερινέ κοίταξε τα γυμνά της πόδια που κατέληγαν σε στραβοπατημένα παπούτσια.

– Με γεύση φράουλα, του έγνεψε καταφατικά

Κάθισαν μαζί στο πεζούλι και μοιράστηκαν το παγωτό. Ανέμελη η Σερινέ του διηγήθηκε για την ζωή της στο τσίρκο ενώ τα φυλλάδια μοιραζόντουσαν από μόνα τους με την βοήθεια του αέρα.  Στα αυτιά του παρέλασε ένας μαγικός κόσμος γεμάτος άλματα, λεπτά πόδια, πράσινα μάτια και κατάμαυρα μαλλιά.  Σε μια γλυψιά παγωτού η γλώσσα του  ακούμπησε κατά λάθος  την δικιά της. Ο Ρενάτο πάγωσε και αναψοκοκκίνισε την ίδια στιγμή.  Η Σερινέ  τον κοίταξε αινιγματικά.

– Έτσι φιλιούνται οι μεγάλοι, του ψιθύρισε και άρχισε να γελάει.

Ο Ρενάτο ξαλάφρωσε που δεν του θύμωσε, και γέλασε και αυτός ενώ το βελούδινο άγγιγμα της έκαιγε στην άκρη της γλώσσας του. Η ώρα κυλούσε σαν το γέλιο της, κελαρυστά. Ο Ρενάτο ένιωθε ο ποιο ευτυχισμένος άνθρωπος στη γη.  Του έδειξε ένα ένα τα χτυπήματα της από τη μπάρα, εξηγώντας του καθένα πως έγινε. Το πιο ψηλό χτύπημα στο εσωτερικό του μηρού της έδωσε τη χαριστική βολή στη καρδιά του Ρενάτο. Μετά αυτός της έδειξε το μεγάλο σημάδι στη πλάτη του τότε που έπεσε από το ποδήλατο. Βέβαια την άλλαξε λιγάκι την ιστορία, το ποδήλατο έγινε η μηχανή του πατέρα του και το δέντρο που έσκασε πάνω του, άσπονδος εχθρός από το σχολείο. Η Σερινέ τον κοίταζε με θαυμασμό.

Κάποια στιγμή στην πλατεία εμφανίστηκε ο πατέρας της Σερινέ για να την πάρει. Την σήκωσε σαν το πούπουλο στους ώμους του και την φόρτωσε στη καρότσα από το αγροτικό του.

– Να με επισκεφτείς Ρενάτο, του φώναξε η Σερινέ από τη καρότσα.

– Στο υπόσχομαι.

Ο Ρενάτο φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του. Και έμεινε εκεί να την κοιτάει να απομακρύνεται καθιστή στη καρότσα μέχρι που έγινε μια μικρή γαλάζια κουκίδα και μετά χάθηκε.

Μέσα στον χρόνο που πέρασε αυτή η μοναδική συνάντηση του με τη Σερινέ θέριεψε μέσα του. Η Σερινέ από ερωτική φαντασίωση έγινε εμμονή.  Ήταν η τέλεια, η μούσα, το νόημα. Κρατούσε φυλαχτό όλες τις μικρές λεπτομέρειες του κορμιού της.

Σε έναν καυγά με τον πατέρα του σηκώθηκε και έφυγε. Η εφηβεία του τον έκανε άτρωτο και άφοβο. Έβαλε τα πράσινα μάτια της Σερινέ πυξίδα και  αποφάσισε να πάει να την βρει στην άλλη άκρη της Ιταλίας. Μπήκε λαθρεπιβάτης σε τραίνο,  κρύφτηκε σε ένα παγωμένο βαγόνι της εμπορικής αμαξοστοιχίας. Τη σκέψη του ζέσταινε η σατινένια κοιλιά της και τα λεπτά της χέρια. Και  η μικρή μελανιά στο εσωτερικό του μηρού της. Μετά από σχεδόν μια μέρα ταξίδι κατέβηκε στην πόλη. Ήταν πολύ μεγαλύτερη πόλη από τη κωμόπολη που μεγάλωσε. Μεγαλούπολη. Έψαξε να βρει το τσίρκο, έψαξε για αφίσες ή φυλλάδια. Τίποτα. Μερικές μέρες μετά  η τραγική ειρωνεία αποκαλύφθηκε. Το τσίρκο είχε φύγει την ίδια μέρα που έφτασε  στη πόλη. Επόμενος προορισμός του τσίρκου ήταν το Παρίσι. Τα λεφτά του Ρενάτο είχαν τελειώσει. Μεταξύ Γαλλίας και Ιταλίας γνώρισε μια παρέα παιδιών. Τον πήραν υπό την προστασία τους και τον έμπασαν στα κόλπα. Τις νύχτες ξαφρίζαν καταστήματα κλειστά. Ο Ρενάτο ήταν ακόμα μικρόσωμος και χώραγε από τα μικρά παράθυρα  που αέριζαν τις τουαλέτες. Ζούσανε στο δρόμο. Μάζευε λεφτά από τα κλοπιμαία για να φύγει για το Παρίσι. Η Σερινέ τελικά έφυγε από το μυαλό του όταν άρχισε την «άσπρη»…

Και τώρα μετά από πόσα χρόνια πάλι το τσίρκο «Μάτζικο» είχε επιστρέψει στη πατρίδα του.

Ασυναίσθητα ο Ρενάτο έβγαλε ένα τσιγάρο από τη τσέπη του μπουφάν του και τράβηξε μια μεγάλη τζούρα. Αμέσως του την έπεσε ο φύλακας του μπαλκονιού.

Ο φύλακας ήθελε απλά να του κάνει παρατήρηση γιατί το κάπνισμα απαγορεύονταν αλλά όταν είδε το παρουσιαστικό του πονηρεύτηκε και ζήτησε το εισιτήριο του. Ο Ρενάτο ισχυρίστηκε ότι κάπου του έπεσε. Μέσα σε μερικά λεπτά 2 γεροδεμένοι τύποι τον μάζεψαν από τις μασχάλες και τον πέταξαν έξω.

– Μπαστάρντο, φώναξε ο Ρενάτο χωρίς να σηκωθεί.

Έψαξε τις τσέπες του και άναψε άλλο ένα τσιγάρο.  Είδε ότι άλλη μια καύτρα τσιγάρου έκαιγε κάπου κοντά του. Μέσα στα σκοτάδια αναγνώρισε μια λεπτή γυναικεία φιγούρα. Με μακριά κατάμαυρα μαλλιά. Με λεπτές μελαχρινές γάμπες. Με σατινένια κοιλιά και αστραφτερούς ώμους. Με καταπράσινα μάτια. Με υπέροχο στητό στήθος. Και σορτσάκι που σταματούσε ψηλά στους γλουτούς. Και γυμνά πόδια. Οι ενδορφίνες κατέκλυσαν τον εγκέφαλο του ενώ το πουλί του αγνόησε κάθε νόμο βαρύτητας.

– Σερινέ…

Α.Α.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s