Τα κάλαντα

Πρωί παραμονής Χριστουγέννων . Το μετρό της Αθήνας δεν είχε πολύ κόσμο, σε σχέση με άλλα πρωινά. Παρόλα αυτά έβλεπες μια αρκετά παράδοξη εικόνα. Άγιοι Βασίληδες κάθε ηλικίας, φύλου και εθνικότητας ήταν διάσπαρτοι σε κάθε στάση. Άλλοι μόνο με σκουφί, άλλοι με ολόκληρη στολή, άλλοι και με λευκές, μπαμπακένιες γενειάδες. Σχεδόν όλοι κρατούσαν και ένα μουσικό όργανο. Τρίγωνα, ακορντεόν, φυσαρμόνικες, κιθάρες και τουμπερλέκια. Άλλοι δεν κρατούσαν τίποτα, το χέρι τους είχε μείνει μετέωρο σε στάση ζητιανιάς. Σε κάθε σταμάτημα του συρμού έμπαιναν σωρηδόν στα βαγόνια του μετρό, ενώ οι Άγιοι Βασίληδες  που ήταν ήδη μέσα έβγαιναν τρέχοντας για να προλάβουν  να ξαναμπούν στο επόμενο ή στο προηγούμενο βαγόνι. Μέσα σε κάθε βαγόνι τραγουδούσαν τουλάχιστον 2 παρέες. Μικροί και όχι τόσο μικροί τσιγγάνοι με βρώμικες στολές και αμανεδιάρικες φωνές. Μαντράχαλοι λυκειόπαιδα με τα σημάδια της ακμής ήδη να επουλώνουν. Τριαντάχρονοι τοξικομανείς που δεν θυμόντουσαν τα λόγια.  Μεσόκοποι μετανάστες του Ανατολικού μπλοκ. Μικροί πρίγκιπες και πριγκίπισσες μεσοαστών οικογενειών με επιχειρηματικό μυαλό. Ζεστές κόκκινες πινελιές ανάμεσα σε  εργαζόμενα παλτό.   Λίγα πορτοφόλια άνοιγαν. Τα περισσότερα έμεναν ερμητικά κλεισμένα και σφιχταγκαλιασμένα  στις τσέπες και τις τσάντες. Σε κάποιες περιπτώσεις πάντως οι Αϊ Βασίληδες δεν πτοήθηκαν. Αυτοεξυπηρετήθηκαν με αφηρημένα πορτοφόλια ξελαφρώνοντας τα παλτό από τις τύψεις τους.

Το εκνευριστικό χτύπημα του τριγώνου, οι παράφωνες και οι εύηχες φωνές μελλοντικών παικτών ριάλιτι, ένα πολυταξιδεμένο ακορντεόν και ο παλμός από το τουμπερλέκι δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα  γιορτινή. Παράδοξα χαρούμενη. Λες και όλη η φιλοδοξία της γης ηχούσε μέσα σε αυτό το μετρό. Παιχνίδια, λεφτά, ηρωίνη και επιβίωση.

Κατέβαινε από τις κυλιόμενες σκάλες κρατώντας σφιχτά το χέρι της γιαγιάς του. Ένα βελούδινο αγόρι με βελούδινα νυσταγμένα μάγουλα. Με μια βελούδινη γιαγιά από τσαλακωμένο χαρτί. Ήταν βιαστικοί να προλάβουν  τη λειτουργία. Το μικρό αγόρι εκστασιάστηκε από το θέαμα των Αγίων Βασίληδων. Τον συνεπήραν τόσο οι ήχοι, που έστησε μόνο του ένα μικρό χορό, φόρο τιμής στο ακόμα αγέννητο Θείο Βρέφος. Η γιαγιά του περίμενε υπομονετικά να του περάσει. Στην έξοδο του μετρό όμως, το αγόρι πείσμωσε, δεν ήθελε να πάει εκκλησία, ήθελε και αυτό να γίνει τυχοδιώκτης του μετρό.  Η γιαγιά του το τράβηξε, λίγο απότομα να λέμε την αλήθεια, με όλη τη κούραση των σκουριασμένων της αρθρώσεων.

Η εκκλησία μέσα μύριζε λιβάνι και παππουδίλα. Γέρικα δέρματα και ναφθαλίνη. Βαριές ανάσες από δόντια και σωθικά που έχουν αρχίσει να σαπίζουν. Στον αέρα ταξίδευαν παλιές αμαρτίες, χωρίς προορισμό. Η γιαγιά έδωσε στο αγόρι ένα κερί και, αφού άναψε το δικό της, στάθηκε πίσω από ένα στασίδι και άρχισε τις προσευχές. Το αγόρι στήθηκε στην ουρά και  πλησιάζοντας το μανουάλι άπλωσε το χέρι του να ανάψει το κερί του. Δεν έφτανε. Τεντώθηκε, ξανατεντώθηκε, τίποτα. Ένα μικρό αγόρι μπροστά σε ένα μανουάλι που κανένα στιβαρό μπράτσο γονιού δεν θα το σηκώσει. Έτεινε το κερί του στον αέρα, μήπως προθυμοποιηθεί κάποιος να τον βοηθήσει. Η ουρά το παρέβλεψε διακριτικά. Σαν να μην υπάρχει.  Μήπως δεν υπήρχε; Έψαξε με το βλέμμα του τη γιαγιά του, η οποία στο στασίδι της ακούμπαγε ευλαβικά μία μία τις αμαρτίες της. Σαν εύθραυστα μπιμπελό μπροστά σε ένα αυστηρό δικαστήριο να εκλιπαρούν για αθώωση. Στάθηκε μπροστά της απορημένο τείνοντας το κερί προς το μέρος της. Τα μάτια της γιαγιάς δεν τον έβλεπαν, ήταν χαμένα μέσα σε βαλτωμένα δάκρυα, δεν εστίαζαν πουθενά. Τα άχρωμα χείλη της ψιθύριζαν ικεσίες. Το αγόρι το πίστεψε. Είχε γίνει αόρατο, διάφανο.

Επωφελούμενο λοιπόν την άυλη υπόσταση του βγήκε έξω από την εκκλησία. Αφού άναψε το κερί σε μια λαμπάδα, που είχε λιώσει αρκετά για να φτάνει τη φλόγα της, το φύτεψε σε μια γλάστρα και έκανε το σταυρό του. Κατέβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας και χωρίς να τον προσέξει κανείς κατευθύνθηκε προς το σταθμό του μετρό. Ήταν αόρατο, μπορούσε να πάει όπου ήθελε.

Κατέβηκε  τα σκαλοπάτια, πέρασε ανάμεσα από τα ακυρωτικά μηχανήματα και βρήκε τις κυλιόμενες σκάλες. Κόσμος πολύς πηγαινοερχόταν γύρω του χωρίς κανένας να του δίνει σημασία. Έπρεπε μάλιστα να προσέχει μην τον χτυπήσουν με κανέναν αγκώνα ή καμία τσάντα έτσι βιαστικοί που φαινόντουσαν όλοι.

Στο χώρο αναμονής των επιβατών η ατμόσφαιρα συνέχιζε να είναι πολύβουη και εορταστική. Ένα μωσαϊκό πληθυσμών και μουσικής απέναντι σε ένα σύγχρονο μέσο μαζικής μεταφοράς. Μια μικρή κοινωνία με τους δικούς τις κανόνες. Στο μετρό επικρατεί ο νόμος της αστικής ζούγκλας. Δεν κερδίζει ο δυνατότερος αλλά ο πιο σβέλτος και μικρόσωμος που καταφέρνει να χωθεί στο πλήθος, να διαπεράσει τις πύλες του μετρό ή  να μπουκάρει τελευταία στιγμή προτού κλείσουν οι πόρτες. Να πιάσει το αδιανόητο. Μια θέση στο βασίλειο του βαγονιού. Και αντίστροφα να ελιχθεί και να διαφύγει με το άνοιγμα των θυρών κερδίζοντας το προβάδισμα στις κυλιόμενες σκάλες. Ο μικρός μας φίλος, αν και αόρατος μόνο στη θεωρία, είχε όλα τα απαραίτητα προσόντα για να εξασφαλίσει την επιβίωση του. Μαζεύτηκε λοιπόν στα πλάγια και την κατάλληλη στιγμή χώθηκε στο βαγόνι.

Τα κάλαντα έδιναν και έπαιρναν μέσα στο συρμό. Και παρόλο το φάλτσο, ενάντια σε κάθε έννοια μουσικής, και το απόκοσμο ύφος πολλές φορές των επί το έργω τραγουδιστών, τα πρόσωπα παραβρισκόμενων είχαν μαλακώσει. Το προσωπείο της άμυνας και της μιζέριας που φορούσαν κάθε πρωί δεν τους έσφιγγε τόσο . Κάποιοι σχεδόν χαμογελούσαν με μια ανάμνηση να τρεμοπαίζει στα μάτια τους. Λες και αυτό το τουρλουμπούκι τους θύμιζε κάτι. Ίσως την δική τους προσπάθεια κάποτε να τιθασεύσουν το μεταλλικό τρίγωνο και τις ψιλές φωνές τους. Ίσως κάποια παραμονή Χριστουγέννων που πίστευαν ακόμη ότι ο Άγιος Βασίλης είναι υπαρκτό πρόσωπο και έστηναν καρτέρι τις κάλτσες τους στο τζάκι ή στο καλοριφέρ. Πολύ αμυδρά, ίσως την αναμονή και την προσδοκία ενός θαύματος που πίστευαν ότι θα τους σώσει. Αυτό ήταν όμως πολύ παλιά σε άλλες εποχές. Πριν το στεγαστικό δάνειο, τις συμβάσεις εργασίας, τις πιστωτικές κάρτες και τα εορτοδάνεια. Τότε που τα Χριστούγεννα δεν σήμαιναν έξοδα και εξαναγκαστική διασκέδαση. Τότε που μύριζαν θαλπωρή και μελωμένα μελομακάρονα. Και μαγικά στολίδια καμωμένα από χρυσόχαρτο. Και ιστορίες που σε ταξίδευαν σε μέρη φανταστικά μαζί με τον γέρο Σκρούτζ, σκυλιά του Αγίου Βερνάρδου και σκανδαλιάρικα ξωτικά. Και το άστρο της Βηθλεέμ να τους ορίζει τον δρόμο τους.

Όσο πέρναγε η ώρα οι χαρμόσυνοι αγγελιοφόροι της γέννησης λιγοστεύανε, ο κόσμος πάλι αυξανόταν εντατικά. Ο μικρός καθώς άλλαζε βαγόνια και σταθμούς, χανόταν κάτω από πολύχρωμες σακούλες, ανάμεσα σε μαλλιαρά παλτό και ψηλά τακούνια. Τα κάλαντα ίσα που ακουγόντουσαν μες στη βοή του κόσμου. Και οι Αϊ Βασίληδες έμοιαζαν όλο και πιο παράταιροι. Τα πορτοφόλια πλέον δεν υφίστανται για αυτούς. Η βοή του κόσμου σκέπαζε ακόμα και τα Χριστουγεννιάτικα τραγούδια που έβγαιναν από τα ηχεία του μετρό. Αυτά σαν από πείσμα δυνάμωναν, και οι φωνές των ανθρώπων ανέβαιναν για να τα ξεπεράσουν.  Μιλούσαν νευρικά, δυναμικά. Χαρούμενοι κάποιοι που κατάφεραν να στολίσουν τις γιορτές τους με εκπληκτικά άχρηστα αντικείμενα νέας τεχνολογίας. Λυπημένοι οι περισσότεροι που δεν πρόλαβαν ή δεν τους έφτασε το δώρο να τα αποκτήσουν. Κανείς φαίνεται δεν τους είπε ότι η ευτυχία δεν μετριέται σε σακούλες.

Το αγοράκι αποκαμωμένο από τις πολύωρες διαδρομές του, έγειρε και κουλουριάστηκε κάτω από τις τελευταίες θέσεις ενός βαγονιού. Κανείς δεν το είδε και ούτε κατάλαβε για πότε το πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησε από τις φωνές ενός σεκιούριτι που του φώναζε. Δεν είμαι πλέον αόρατος, ήταν η πρώτη σκέψη του μικρού. Προσπάθησε να τραβηχτεί αλλά ο σεκιούριτι τον κράταγε δυνατά από τον ώμο. Σύρθηκε, τον κλότσησε, ανασηκώθηκε και κατάφερε σπρώχνοντας να βγει τρέχοντας από το βαγόνι δευτερόλεπτα προτού κλείσει η πόρτα πίσω του. Συνέχισε να τρέχει σαν τρελό ανεβαίνοντας τις σκάλες. Με την ψυχή στο στόμα βγήκε από το σταθμό του μετρό. Έξω είχε ήδη σκοτεινιάσει, η κίνηση στους δρόμους είχε λιγοστέψει.

Με τη καρδιά του να χτυπάει δυνατά παρατήρησε ότι βρίσκεται απέναντι από την εκκλησία που άφησε τη γιαγιά του. Έτρεξε γεμάτο ελπίδα προς τα εκεί. Προσπάθησε να ανοίξει τη πόρτα, αλλά ήταν κλειδωμένη. «Γιαγιά» μουρμούρισε προσπαθώντας να δει μέσα από τα κιγκλιδώματα της πόρτας το εσωτερικό της εκκλησίας. Η εκκλησία ήταν άδεια. «Γιαγιά» ξαναείπε ακόμα πιο δυνατά. Καμία ανταπόκριση. Μαζεύτηκε πάνω στα κρύα σκαλοπάτια και έβαλε τα κλάματα. Ένα κλάμα αθόρυβο γεμάτο βουβό παράπονο. Ο φόβος γλίστρησε ύπουλα πάνω από τα σκαλοπάτια και θρονιάστηκε στη καρδιά του. Το κρύο πριόνιζε τα πόδια του και την απόγνωση του. Το στομαχάκι του γουργούριζε εδώ και ώρα. Και η πρώτη σταγόνα βροχής πιτσίλισε τη μικρή μυτούλα του και ανακατεύτηκε με τα δάκρυα του. Το αγοράκι κατάλαβε ότι τα πράγματα είναι σοβαρά. Έψαξε γύρο του και είδε ένα φως εκεί στη πίσω πλευρά της εκκλησίας, στα σκαλάκια που έβλεπε συχνά τις Κυριακές να κατεβαίνουν τα παιδιά του κατηχητικού. Τα κατέβηκε με κάθε επιφύλαξη, τρεμάμενο μην τον δει κανένας και λούφαξε κάτω από το περβάζι της πόρτας, δίπλα σε κάτι μισολιωμένα κεριά και ένα τρεμάμενο καντηλάκι.

Εκεί μέσα όλοι του οι φόβοι άρχισαν να παίρνουν μορφή. Οι σκιές, το θρόισμα των δέντρων, τα γαυγίσματα των αδέσποτων σκυλιών, τα γρήγορα βήματα στις πλάκες του πεζοδρομίου, γίνανε καταδιώκτες και επικίνδυνα κακοποιά στοιχεία που τον είχαν βάλει στόχο. Ήτανε σίγουρο ότι ο σεκιουριτάς του μετρό τον έψαχνε. Δεν είχε εισιτήριο ούτε λεφτά, θα τον βάζανε φυλακή. Η γιαγιά του δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ. Ή το λιγότερο θα τον χτυπούσε άσχημα όπως είχε δει μια μέρα να χτυπάνε ένα μικρό τσιγγανάκι που δεν είχε εισιτήριο και είχε προσπάθησε να το σκάσει. Μπορεί και να τον σκοτώνανε, όπως σκοτώσανε τον ψιλικατζή πέντε στενά κάτω από το σπίτι τους όταν έκλεισε το μαγαζί και γύρναγε σπίτι μέσα στη νύχτα. Τα μάτια του μικρού είχαν ανοίξει διάπλατα από τρόμο.

Η ώρα περνούσε αργά και βασανιστικά. Την μετρούσε από τους χτύπους της καμπάνας της εκκλησίας. Είχε φτάσει έντεκα το βράδυ. Στη κορυφή της σκάλας μπορούσε να διακρίνει τα φώτα από τα σπίτια στην απέναντι πολυκατοικία. Μουσικές και χαρούμενες φωνές έφταναν στα αυτάκια του από κάπου πολύ μακριά. Έβλεπε κόσμο στα μπαλκόνια να καπνίζει και να τσουγκρίζει ποτήρια. Μέσα στο φόβο, την πείνα και το κρύο ένα ακόμα συναίσθημα τρύπωσε μέσα του. Η μοναξιά. Τόση μοναξιά είχε να νιώσει από το βράδυ που έχασε τους γονείς του.  Και είχε και τη γιαγιά του να του κρατάει το χέρι. Η σκέψη της γιαγιάς του έγινε αναφιλητά, μετά λυγμοί, και άρχισαν να τραντάζουν το κορμί του.

Ένιωσε μια σκιά να περνάει τις σκάλες, και ο μικρός τραβήχτηκε φοβισμένος. Στο άνοιγμα στεκόταν κάποιος και προς μεγάλο τρόμο του παιδιού άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά.  Στο φώς των κεριών όμως είδε μια νέα γυναίκα. Ήταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και είχε ένα φωτεινό όμορφο πρόσωπο. Φορούσε ρούχα φαρδιά και παράταιρα. Έμοιαζε με ζητιάνα. Πλησίασε το αγόρι και το ένα της χέρι ακούμπησε προστατευτικά το μέτωπό του.

«Μην κλαίς» του είπε ψιθυριστά. «Θα την βρούμε την γιαγιά σου». Η φωνή της έμοιαζε με θρόισμα φύλλων.

Έκατσε δίπλα του και τον σκέπασε με το πανωφόρι της. Ο μικρός κοίταξε τη γυναίκα στα μάτια. Κοίταξε μέσα και είδε καλοσύνη και συμπόνια. Και  τι περίεργο, έβλεπε στα μάτια της, τα μάτια της μητέρας του. Του πατέρα του. Τα θαμπά μάτια της γιαγιάς του. Η γυναίκα αγκάλιασε το παιδί και το παρηγόρησε. Ο πιτσιρικάς κρύφτηκε κάτω από την θαλπωρή της αγκαλιάς της. Η μοναξιά που του πατίκωνε την καρδιά έκανε ένα βήμα πίσω αφήνοντας την να αναπνεύσει.

Το καμπαναριό της εκκλησίας άρχισε να χτυπάει. Μία, δύο, τρείς. Στο δωδέκατο χτύπο την γυναίκα την έπιασαν οι πόνοι. Το πάτωμα και τα ρούχα της είχαν μουσκέψει.

«Πρέπει να φύγεις» είπε στο αγόρι. «Η γιαγιά σου έρχεται να σε βρει». Και παρόλο που φαινόταν ότι πονάει του χαμογελούσε πλατιά. Το αγόρι ανεβαίνοντας τα σκαλιά γύρισε και την κοίταξε. Ήταν ξαπλωμένη στο στενό χώρο της εισόδου ανασαίνοντας βαριά.  Το ένα της χέρι κρατούσε την κοιλιά της. Το άλλο κράταγε σφιχτά ένα τρίγωνο.

Το αγόρι βγήκε στα μπροστινά σκαλοπάτια της εκκλησίας. Δεν φοβόταν πια ούτε ήταν λυπημένο. Ήδη στο βάθος διάβαζε την μορφή της γιαγιάς του που με γρήγορα βήματα όλο λαχτάρα πλησίαζε την εκκλησία. Όταν τον είδε η γιαγιά έπεσε στα γόνατα. Η ανάσα της έβγαινε με κόμπους και από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα χαράς. Το ξερα, το ξερα, έλεγε και ξανάλεγε με κάθε της ανάσα, τό ξερα ότι θα σε βρω εδώ,

Το αγόρι έτρεξε μέσα στην αγκαλιά της. Στο βάθος της σκάλας ακούστηκε το κλάμα ενός μωρού.

«Γεννήθηκε ο Χριστούλης γιαγιά!»

By Α.Α.

Advertisements

One thought on “Τα κάλαντα

  1. Pingback: Τα κάλαντα | The Zion Logs

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s