Τανζανία #15 – Το σπίτι μεσα στη Ζούγκλα

Ο Ρίκι φτάνοντας στο σταθμό παραξενεύτηκε που βρήκε τους δυο ταξιδιώτες υπό … αστυνομική συνοδεία. «Ακόμα δεν φτάσαν αυτά και μπλέξανε; Τι είναι αυτοί ρε; Που με έμπλεξες ρε Γιάκομπ;» πρέπει να σκέφτηκε ο άνθρωπος. Πώς μπήκε η αστυνομία στην ιστορία μας τώρα θα μου πείτε! Αυτόκλητη όπως πάντα!

Τα όργανα λαγοκοιμόντουσαν μέσα στο τζιπάκι τους, καβατζωμένοι σε μια γωνιά του σταθμού των λεωφορείων του Μορογκόρο. Ξαφνικά βλέπουν μια αλλοδαπή κορασίδα να τρέχει μες στα σκοτάδια με ένα backpack στη πλάτη και μια βαλίτσα, κουτσή η καημένη, που κλυδωνιζότανε στο πεζοδρόμιο. Πίσω από την κορασίδα έτρεχε ένας νεαρός, αλλοδαπός και αυτός, με backpack και μια φανταζί φλούο γαλανή βαλίτσα (με 4 ροδάκια παρακαλώ) να αστράφτει κάτω από το λιγοστό φως. Αποφάσισαν λοιπόν να επέμβουν! Πάνε γραμμή στη κορασίδα η οποία έχει στηθεί κάτω από έναν προβολέα και προσπαθεί με αυτά τα ρημάδια τα τανζανικά σπίρτα να ανάψει ένα τσιγάρο. Την ρωτάνε τι συμβαίνει αλλά μάταια! Η κοπέλα δεν μιλάει αγγλικά! Κάτι μουρμούραγε στην γλώσσα της και φαινότανε ύποπτα οργισμένη. Στο μεταξύ είχε καταφθάσει ο νεαρός. Πιάνουνε τον νεαρό και προσπαθούν να του αποσπάσουν πληροφορίες “Τίποτα, τίποτα δεν συμβαίνει” απαντάει αυτός. “Τι τίποτα, τι δουλειά έχετε εδώ, μέσα στην νύχτα;” ξεκινάνε τις ερωτήσεις.

Έχετε μιλήσει ποτέ με αστυνομικό; Και απλή κουβέντα να κάνεις με αυτούς, νιώθεις πως ότι και να πεις θα χρησιμοποιηθεί εναντίων σου! Μετά από αρκετές ερωτήσεις, ευτυχώς πείστηκαν πια ότι πρόκειται απλά για δυο βλαμμένους τουρίστες, και προσφέρθηκαν να κάτσουν παρέα τους μέχρι να εμφανιστεί ο φίλος τους, γιατί είχε πάει και αργά, “και είναι επικίνδυνα τη νύχτα…”.

Οπότε, κάπως έτσι μας παρέλαβε ο Ρίκι με την κοπέλα του την Γιούλη. Περιττό να πω ότι τον είδαμε ήταν σαν να εμφανίστηκε μπροστά μας ο Χριστός, έτσι ψηλός, με την ξανθό-λευκή του κοτσίδα και με σκοπό να μας σώσει! Η κοπέλα του κοντούλα, μικροκαμωμένη, χαμογελαστή με ένα κεφάλι ράστα και ντυμένη (γδυμένη) με έξω τις πλάτες, τις γάμπες και τη κοιλίτσα! Μωρέ μπράβο εξέλιξη ο Χριστιανισμός στο Μορογκόρο! Ο Ρίκι στο μεταξύ μας έκραζε επειδή δεν τον ειδοποιήσαμε νωρίτερα να έρθει να μας πάρει και αναγκαστήκαμε να τον περιμένουμε κοντά μια ώρα στο σταθμό.

“Και τι να σου λέγαμε βρε Ρίκι, τώρα πιάσαμε Αίγιο, σε μισή ώρα φτάνουμε… Όλο το πούλμαν ρωτήσαμε: φτάνουμε; φτάνουμε; Και όλοι μας λέγανε: in one, maybe two hours, two and a half, sometimes it takes 3 hours …”

“Επειδή δεν έχουμε φάει βραδινό λέμε να σταματήσουμε πριν σας πάμε στο ξενοδοχείο να τσιμπήσουμε κάτι. Πεινάτε;”

Ήταν η ερώτηση που μας έφερε μεμιάς στην οικία πραγματικότητα. Πεινούσαμε, και μάλιστα πάρα πολύ, από το πρωί είχαμε να βάλουμε κάτι στο στόμα μας και είχε φτάσει νύχτα! Επίσης ο σύντροφος θυμήθηκε ότι ΔΕΝ έχει κατουρήσει ακόμα, μια επίπονη συνειδητοποίηση που τον κινητοποίησε αμέσως! Οπότε και με βήμα γοργό φορτωθήκαμε άνθρωποι και αποσκευές στην τζιπάρα του Ρίκι και ξεκινήσαμε.

Το φαγάδικο ήταν ένα απλό γωνιακό με τσίγκινα τραπεζάκια και πλαστικές καρέκλες στον πεζόδρομο ενός πάρκινγκ. Ντόπιοι απολαμβάνανε το δείπνο τους ενώ κοπέλες με μαντίλες έπαιρναν παραγγελίες και σέρβιραν μεγάλες πιατέλες! Αφού επισκεφτήκαμε την τουαλέτα αμφότεροι, ξεκοκαλίσαμε τις πιατέλες μας, νιώσαμε ασφάλεια και έλεγχο την κατάστασης μας, ενδώσαμε και στην απαιτούμενη νικοτίνη, γνωριστήκαμε επιτέλους με τους καινούργιους μας φίλους οι οποίοι ήταν άνετοι, ευχάριστοι και πολύ φιλικοί. Πρέπει να τους κάναμε καλή εντύπωση, γιατί ευθύς αμέσως ο Ρίκι μας πρότεινε να μας φιλοξενήσει στο σπίτι του αντί να μας πάει σε ένα ξενοδοχείο. Την επόμενη μέρα, όπως μας εξήγησε, θα έπρεπε να κατέβουνε στο Νταρ για να παραλάβουν κάτι αλλά θα επέστρεφαν το βράδυ, όποτε θα είχαμε όλη τη μέρα το σπίτι πάρτη μας, και την μεθεπόμενη θα πηγαίναμε όλοι μαζί για σαφάρι. Δεχτήκαμε με χαρά την πρόταση φιλοξενίας του. Πόσες φορές στην ζωή σου άλλωστε έχεις την δυνατότητα να μείνεις σε ένα σπίτι στη ζούγκλα, σαν ντόπιος!

DSC03219Το σπίτι τους ή μάλλον η βίλλα τους ήταν εντυπωσιακή! Έμοιαζε με παραθεριστική κατοικία, με τα τζάκια της, την κηπάρα της με τα εξωτικά φυτά, το ντεκόρ φουλ στα χρώματα της Τζαμάικα και πίνακες με προσωπογραφίες του Μπόμπ Μάρλει. Η περιοχή ήταν τελείως αραιοκατοικημένη, μέσα στη πυκνή βλάστηση, χωράφια αριστερά δεξιά και χωμάτινα δρομάκια που κατέληγαν σε ένα ρέμα. Πάνω στον ορίζοντα έστεκαν επιβλητικά τα βουνά Uluguru.

«Δυστυχώς δεν έχουμε ζεστό νερό. Εγώ βράζω νερό στον βραστήρα και στην συνέχεια το έχω σε ένα κουβά δίπλα μου» μας τη χάλασε λίγο ο Ρίκι.

«Και προσοχή, μην πιείτε ούτε σταγόνα από το νερό. Είναι μολυσμένο με τύφο. Είχα πυρετό 2 εβδομάδες.» μας έκανε τη καρδιά περιβόλι η Γιούλη.

«Επίσης το μπάνιο δεν έχει φώς…» διαπίστωσα εκείνη τη στιγμή.

«Και αυτό το μεγάλο το ζωντανό που έχει μπει από το σπασμένο το τζάμι, αγνόησε το, μάλλον δεν τσιμπάει» ολοκλήρωσε ο σύντροφος που είχε ήδη επισκεφτεί τις εγκαταστάσεις…

Περιττό να πω ότι εκείνη την ώρα νιώθαμε όσο ρυπαροί και βρωμεροί δεν έχουμε νιώσει ποτέ, με όλη τη αφρικανική σκόνη που είχαμε φάει, τα ιδρώματα και τα ξεϊδρώματα μας, τα φθαρμένα καθίσματα του πλοίου, του ταξί, του λεωφορείου και τα αξέχαστα φτερνίσματα του αρρωστιάρη πισινού, απευθείας στις τούφες των μαλλιών μου.

Όταν οι φίλοι μας αποσύρθηκαν για ύπνο έπρεπε να πάρουμε μια απόφαση. Το σενάριο κρύο μπάνιο στο σκοτάδι παρέα με ένα άγνωστο πολύποδο κατοικίδιο και με ρίσκο τυφοειδή πυρετού απορρίφθηκε – δεν είχαμε κάνει και τα απαραίτητα εμβόλια για αυτό το εγχείρημα. Είχαμε όμως μια εναλλακτική! Οι μανάδες μας βλέπετε, είχαν μπάσει στις βαλίτσες μας με το έτσι θέλω, μια μεγάλη συλλογή από αντιβακτηριδιακά μαντηλάκια, μωρομάντιλα, αντισηπτικά μαντηλάκια με αλκοόλ, μαντιλάκια για την ευαίσθητη περιοχή, μέχρι τα απλά και ταπεινά χαρτομάντιλα Ζέβα. Το τι επακολούθησε θα παραμείνει στην ιστορία σαν το πιο στεγνό καθάρισμα της ζωής μας. Φτιάξαμε ο καθένας από ένα βουναλάκι από μαντηλάκια, όλα με ένα ωραιότατο καφετί χρώμα από την σκόνη. Ακόμα και τα μαλλιά μου καθάρισα! Ούτε που ψυλλιαζόμουν βέβαια ότι το επόμενο μπάνιο, θα το έκανα τελικά σπίτι μου. Φρεσκαρισμένοι πλέον βάλαμε τα πυζαμάκια μας και πέσαμε για ύπνο.

Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε μόνοι σε ένα σπίτι μέσα στην ζούγκλα. Φτιάξαμε αφρικανικό καφεδάκι και φέτες του τοστ με μερέντα (η μερέντα είναι απαραίτητος συνταξιδιώτης σε όλα μας τα ταξίδια και ποτέ δεν μετανιώσαμε που την είχαμε μαζί μας!) και πήραμε το πρωινό μας στο αποικιοκρατικό σαλόνι. Τα παιδιά πριν φύγουνε είχανε κανονίσει να έρθει ένα ταξί να μας παραλάβει στις 12 και να μας πάει βόλτα στην πόλη για να τη δούμε και να φάμε. Κάτι που μετάνιωσα οικτρά κατά την διάρκεια της διαμονής μας στην Τανζανία ήταν ότι είχα το κινητό μου με roaming αντί να πάρω μια τοπική κάρτα για τις επικοινωνίες μας, τόσο για τις τοπικές όσο για τις υπεραστικές κλήσεις. Βέβαια είχαμε αγοράσει μια πίστωση στο skype ώστε να μπορούμε να επικοινωνούμε οικονομικά μέσω του smartphone του συντρόφου, αλλά το ιντερνέτ στην Τανζανία είναι απελπιστικά αναξιόπιστο. Το roaming από την σύνδεση μου, κόστιζε 4,75 ευρώ το λεπτό οπότε οι τηλεφωνικές επικοινωνίες ήταν απαγορευμένες. Βέβαια όποτε χρειάστηκε να επικοινωνήσουμε με κάποιον ντόπιο πχ τον Γιάκομπ ή τον Άνιβα ή το ξενοδοχείο που μέναμε, πάντα βρίσκαμε κάποιον πρόθυμο Τανζανό καταστηματάρχη να μας δανείσει το κινητό του. Τους έδινε πραγματικά μεγάλη χαρά να μας εξυπηρετήσουν και ποτέ μα ποτέ δεν δέχτηκαν χρήματα για τον χρόνο ομιλίας που ξόδεψαν. Ίσως επειδή κάπως έτσι γκρεμίζονταν αυτοί οι τοίχοι των «τάξεων» ανάμεσα μας, και μπορούσανε να ταυτιστούμε μαζί μας, ποιός άλλωστε δεν έχει βρεθεί στην κατάσταση να μην έχει μονάδες το κινητό του;

DSC_0113Στις 12:00 λοιπόν όντως εμφανίστηκε το ταξί μας. Μας είχε ενημερώσει η Γιούλη ότι το όνομα του οδηγού είναι Αζίζ και ότι είναι προσωπικός της φίλος.

“Ο Αζίζ;” ρωτάμε τον οδηγό.

“Αζίζ, Αζίζ” κουνάει το κεφάλι του καταφατικά και μας δίνει το χέρι του. “Μουχμέτ!”

“Αζίζ τον λένε αυτόν ή Μουχμέτ;” γυρνάω στον σύντροφο.

“Δε πα να τον λένε και Παντελή, πάμε και βλέπουμε.”

Επιβιβαζόμαστε στο ταξί και ο “Αζίζ-Μουχμέτ” μας κοιτάει ερωτηματικά.

“Εεεε, ναι πήγαινε μας στη πόλη να τη δούμε και μετά άσε μας κάπου κεντρικά.” του λέει ο σύντροφος.

“Σε κάποιο ξενοδοχείο καλύτερα.” συμπληρώνω εγώ. Τουλάχιστον να γνωρίζουμε τι εναλλακτικές έχουμε, γιατί δεν νιώθαμε και πολύ άνετα στο σπίτι των παιδιών, ειδικά με το ζήτημα μπάνιο. Θα μου πεις του ξενοδοχείου το νερό δεν θα χει τύφο; Θα΄χει, μα θα’ χει και φώς! Θα είναι (ελπίζουμε) και pest free! Και ίσως έχει και ζεστό το νεράκι…

DSC_01962Ξεκινάει λοιπόν ο “Αζίζ-Μουχμέτ” και σε μερικά λεπτά έχουμε φτάσει στη κωμόπολη του Μορογκόρο. Ξανά μας κοιτάει ερωτηματικά, τον κοιτάμε και εμείς αντίστοιχα.

“Εδώ είναι το τουριστικό κέντρο;” τον ρωτάω παραξενεμένη.

“….”

“Που είναι τα μαγαζιά σας; Η αγορά; Το κέντρο βρε παιδάκι μου…;”

“…”

Ο “Αζίζ-Μουχμέτ” παίρνει το κινητό του και καλεί με κάποιον. Εμείς τον κοιτάμε απορημένοι. Λέει μερικά πράγματα στη γλώσσα του και έπειτα γυρνάει και δίνει το κινητό στον σύντροφο. Απαντάει ο σύντροφος και ξαφνιάζεται καθώς στην άλλη γραμμή βρίσκεται μια έντρομη Γιούλη.

“Τι σας συμβαίνει;;; Είστε καλά;;;”

“Έλα ρε Γιούλη, ναι καλά είμαστε, εδώ με τον φίλο σου τον “Αζίζ” μας δείχνει την πόλη.”

“Μα δεν είναι ο Αζίζ αυτός… Ακούστε με προσεκτικά … δεν τον ξέρω αυτόν τον ταξιτζή, δεν καταλαβαίνω τι έχει γίνει, δεν είναι φίλος μου και δεν τον εμπιστεύομαι. Μα που έχετε μπλέξει;;;”

Βλέπω το χαμόγελο του συντρόφου να σβήνει και το βλέμμα του να εστιάζει πάνω στον οδηγό μας που έχει γυρίσει και μας κοιτάζει καλά καλά …

Και τώρα τι κάνουμε…;

Διαβάστε την συνέχεια: Τανζανία #16 – Στην πόλη των 50’s

One thought on “Τανζανία #15 – Το σπίτι μεσα στη Ζούγκλα

  1. Pingback: Τανζανία #15 – Το σπίτι μεσα στη Ζούγκλα | The Zion Logs

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s