Τανζανία #14 – Περικυκλωμένοι

DSC_0175Στο λεωφορείον ο “Γολγοθάς” τα πράγματα είχαν αρχίσει να δυσκολεύουν… Οι καταστάσεις είχαν αρχίσει να καταβάλλουν το κατά τα άλλα αγαπητό ζευγάρι, και προς μεγάλη τέρψιν των συνεπιβατών τους, δεν άργησε να ξεσπάσει ο καυγάς! Στην αρχή ήπια, με απότομα ψιθυρίσματα και μικρό-αγκωνιές, μέχρι που κατέληξε σε ασυλλόγιστα γκαρίσματα και καταιγιστικό καταμερισμό ευθυνών που εκτοξεύονταν εκατέρωθεν σαν τουρνουά πινγκ πονγκ. Δεν τους έφτανε που είχανε γίνει η ατραξιόν της διαδρομής όταν σε μια στάση για ανεφοδιασμό, ο σύντροφος έτρεχε να βρει καταφύγιο για να ξελαφρώσει την κύστη του (δεν πρόλαβε ο άνθρωπος) και όλοι οι επιβάτες καλούσαν με φωνές το απολωλός ζεύγος, γιατί αυτή τη φορά το λεωφορείο όντως έφευγε αμέσως. Τώρα έδιναν την δική τους παράσταση – “ο Ελληνικός συζυγικός καυγάς”, απόψε και στην χώρα σας! Οι συνεπιβάτες τους μασουλάγανε αρειμανίως τα φυστικάκια τους κάνοντας εικασίες για το περιεχόμενο των λόγων τους και έπεφταν στοιχήματα για το αποτέλεσμα. Με αυτήν την ευχάριστη νότα στο ταξίδι τους έφτασαν επιτέλους στον προορισμό τους. Στον σταθμό των λεωφορείων του Μορογκόρο. Νύχτα πια…
Κατέβηκα πρώτη, εξακολουθώντας να εξαπολύω όχι ιδιαίτερα ευγενικούς χαρακτηρισμούς στο έτερον μου ήμισυ. Βγαίνοντας με περικύκλωσαν ευθύς αμέσως μια ντουζίνα δίκυκλιστές ταξιτζήδες. Η άφιξη της τέρμα τσαμπουκαλεμένης κατίξανθης λευκοπούλας πραγματοποιήθηκε με τον δέοντα ενθουσιασμό. Αρνούμενη με Μερκελική πειθαρχία προτάσεις μεταφοράς, συντροφικότητας και μιας ζωής πολλά υποσχόμενης, κατευθύνθηκα προς το άνοιγμα των αποσκευών. Εκεί μας περίμενε μια έκπληξη. Οι βαλίτσες μας δεν ήταν εκεί…
Η συνειδητοποίηση έφτασε με ένα κύμα τρόμου. Μερικά εφιαλτικά λεπτά αργότερα θα ανακαλύπταμε τους δυο συνταξιδιώτες μας σε μια άλλη πλευρά του οχήματος. Οι λόγοι και ο τρόπος μεταφοράς τους παραμένουν άγνωστοι μέχρι σήμερα.
Αρπάζω λοιπόν την βαλίτσα μου και αρχίζω να προχωράω γρήγορα, συνεχίζοντας το βαλσάκι μου: “Μα δεν σε αντέχω άλλο, φεύγω, να μείνεις μόνος σου στο Μορογκόρο…” ενώ τα εργαζόμενα αγόρια να με ακολουθούν κατά πόδας. Πάρα πίσω ο σύντροφος με την δική του βαλίτσα ανά χείρας να φωνάζει: “Που πάς ρε ***” (*επίκληση στα θεία).
Είχα λοκάρει το μοναδικό φωτεινό σημείο στον ολοσκότεινο σταθμό όπου και κατευθυνόμουν, μα οι τύποι καβάλα στις μηχανές ταξί συνεχώς μου κλείνανε τον δρόμο. Κάπου έκοψα ταχύτητα, κάπως δρασκέλισε την διαφορά ο σύντροφος και με περιμάζεψε και λουφάξαμε δίπλα από τον μοναδικό πάγκο του σταθμού που εμπορευόταν φρούτα. Οι δικυκλιστές δημιούργησαν έναν κύκλο γύρω μας χρησιμοποιώντας τις μηχανές τους. Δεν υπήρχε διαφυγή από πουθενά. Η μόνη μας ελπίδα ήταν να εμφανιστεί γρήγορα ο Ρίκι να μας σώσει.
Ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά … Πέρασε περίπου ένα μισάωρο , εμείς στριμωγμένοι δίπλα από τον πάγκο, ο πωλητής ήρεμος και πράος, με γύρω μας μια ντουζίνα ταξιτζήδες να παραμένουν υπομονετικά, παραέξω σκοτάδια και ένας άδειος σταθμός, ο Ρίκι ακόμα άφαντος…
“Δεν βλέπω να έρχεται ο φίλος σου” απευθύνθηκε ένας ταξιτζής στον σύντροφο.
“Θα έρθει, θα έρθει…”
“Μάλλον δεν είναι τόσο καλός φίλος…” συνέχιζε.
“Ξαναπάρε τον Ρίκι τηλέφωνο…” γυρνάει σε μένα ο δικός μου.
“Τον πήραμε πριν, είπε ότι έρχεται…”
“Και γιατί περιμένεις τον φίλο σου; Αφού είσαι πλούσιος. Μπορείς να πάρεις ταξί.”
“Σου μοιάζω εγώ για πλούσιος;” γέλασε αμήχανα ο σύντροφος.
“Ε ναι, για εμένα είσαι πλούσιος.”
“Εεε, δεν είμαι, στην χώρα μου θεωρούμαστε φτωχοί…”
“Στην χώρα σου…”
“Παναγίτσα μου θα πεθάνουμε σήμερα…” δεν ξέρω εάν το πα, μα σίγουρα το σκέφτηκα…
“Η κοπέλα είναι αδερφή σου;” γύρισε προς τα εμένα.
“Γυναίκα μου είναι”
“Έχεις πολύ όμορφη γυναίκα…”
Η ομήγυρης συμφώνησε κοιτώντας με, με ένα απλανές, ονειρικό βλέμμα.
“Ευχαριστώ…”
“Γιατί την πήρες μαζί σου;”
“Και που να την άφηνα;”
“Σπίτι, στη πατρίδα σου. Δεν φοβάσαι μη στη κλέψουν…;” έστρεψε ένα χαμόγελο προς τη μεριά μου.
“Παναγίτσα μου, όχι μόνο θα πεθάνουμε … ειδικά εγώ την έχω πολύ άσχημα” ο πανικός είχε αρχίσει να με καταλαμβάνει ενώ ο κλοιός επέμενε να σφίγγει ασφυκτικά.
Το χέρι του συντρόφου έκατσε προστατευτικά στην μέση μου και διακριτικά με έσπρωξε πίσω του. “Αυτό ήτανε λοιπόν… θα μας την πέσουνε τώρα… Τουλάχιστον να είναι γρήγορο, να τελειώνουμε… Ε … και αφού, θα πεθάνουμε που θα πεθάνουμε…” άπλωσα το χέρι μου στην τσάντα του συντρόφου και πήρα ένα τσιγάρο.
Το άναψα και κατέβασα μια γεμάτη τζούρα. Έπεσε σιωπή, οι ταξιτζήδες με παρατηρούσαν με το στόμα ανοιχτό…
Πριν προλάβω να κατεβάσω δεύτερη, μου αρπάζει το τσιγάρο ο σύντροφος και μου σφυρίζει αυστηρά: “Δεν ξέρω τι στο θα διάολο κάνεις, σταμάτα να προκαλείς, γίνε αόρατη, δεν ξέρω, μα ΣΤΑΜΑΤΑ…
Ε αυτό για εμένα ήταν πολύ. Είχε φτάσει ο κόμπος στο χτένι… Δεν φτάνει που κατά πάσα πιθανότητα θα με βίαζαν και θα πέθαινα αργά και βασανιστικά σε ένα μέρος που δεν ήξερα καν που βρισκόταν στο χάρτη, δεν φτάνει που ταξιδέψαμε μέσα στην άγρια νύχτα – κάτι που όλες οι ταξιδιωτικές οδηγίες απέρριπταν, δεν φτάνει που κανένας πλην του Γιάκομπ και του Ρίκι δεν γνώριζαν που βρισκόμαστε, τώρα στο κύκνειο μου άσμα, στο τελευταίο μου τσιγάρο πάνω, ο σύντροφος χρεώνει σε μένα αυτό το φιάσκο;;;
Αρπάζω την βαλίτσα μου και ορμάω μπροστά, σπρώχνω τους ταξιτζήδες και αρχίζω να … τρέχω… να τρέχω προς το φώς… να κάνω άλματα προς την ελευθερία… να φτάσω κάπου να κάνω ένα τσιγάρο και ας πεθάνω μετά!
Και ΝΑΙ, ο κύκλος άνοιξε! Eίμαι ελεύθερη! Kαι συνέχισα να τρέχω …

Διαβάστε την συνέχεια: Τανζανία #15 – Το σπίτι μεσα στη Ζούγκλα

One thought on “Τανζανία #14 – Περικυκλωμένοι

  1. Pingback: Τανζανία #14 – Περικυκλωμένοι | The Zion Logs

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s