Άμστερνταμ – Το παρθενικό ταξίδι

Εκεί λοιπόν που απολαμβάνεις την χαρά της φοιτητικής ζωής, ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, ερωτεύεσαι! Έτσι απότομα, κεραυνοβόλα, με τη πρώτη, δεύτερη, τρίτη, εικοστή ματιά, σε βαράει απανωτά ηλεκτρική καταιγίδα. Ένα ζευγάρι γαλάζια μάτια και ένα χαμόγελο που σε κάνουν να λιώνεις σαν παγωτό στον καύσωνα. Και πάνω που όλα πήγαιναν υπέροχα, ενώ περιμένεις να ακούσεις όρκους αιώνιας αγάπης, εκείνος κάνει μια κινηματογραφική παύση που την ακολουθεί η εξής ερώτηση:

“Μωρό μου, τι λες, πάμε ένα ταξιδάκι στο Άμστερνταμ;”

Η αλήθεια είναι ότι παιδιόθεν έχω ταξιδέψει αρκετά. Ο πατέρας μου ήτο εκδρομικός τύπος και η μαμά μου ζαβά ερωτευμένη. Συνέβαλλαν και τρία χρονάκια καριέρας (του πατέρα) στην Γερμανία, τη κυκλώσαμε την Ευρώπη. Μπορεί εκεί να το έπιασα το ταξιδιάρικο μικρόβιο, αυτό που δεν σε αφήνει να κάτσεις σε μια γωνιά, θες να τρέξεις, να αναζητήσεις, να χαθείς. Σε φτιάχνει βρε παιδάκι μου να κυνηγάς βαλίτσες σε αεροδρόμια και περαστικούς για οδηγίες. Μυστήρια πράγματα.

Κάθεσαι που κάθεσαι λοιπόν στο φτερό, σου έρχεται και ο έρωτας για να σε απογειώσει … και να σε φτάσει μέχρι το Άμστερνταμ, εσύ τι λες;;

Ναι λες ρε φιλαράκι, χίλιες φορές ναι!!!

Ωραία το ναι το ήθελες και το είπες. Τώρα ήρθε η ώρα για το κρίσιμο ερώτημα:

ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΑΝ ΘΕΣ ΝΑ ΠΑΣ ΤΑΞΙΔΙ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΘΟΛΟΥ ΛΕΦΤΑ;

Εδώ οφείλω να διευκρινίσω ότι η άποψη του πατέρα μου για την φοιτητική ζωή είναι 1 στρώμα, 1 λάμπα, 1 γραφείο και γραφική ύλη. Τίποτα άλλο δεν χρειάζεσαι. Για να μαθαίνουν και οι νεότεροι, το 2003 που ξεκίνησε η φοιτητική μου καριέρα δεν μας μοιράζανε τα laptop με κουπόνια ούτε υπήρχε free wi-fi internet σε κάθε γωνιά και το IKEA δεν είχε φτάσει ακόμα στην Ελλάδα. Ευτυχώς δεν είχε φτάσει ούτε η κρίση. Όπως αντιλαμβάνεται ο μέσος αναγνώστης, το επίπεδο διαβίωσης μου ήταν στα όρια της φτώχιας. Ένα κομπόδεμα δε που μου είχε αφήσει προίκα η γιαγιάκα μου, επενδύθηκε στις εκδηλώσεις εορτασμού για την ανεξαρτησία του φοιτητή που διήρκησαν όλο το πρώτο έτος.  Το δεύτερο η επένδυση έπεσε έξω και στο τρίτο – το έτος του έρωτα και του Άμστερνταμ – βαρέσαμε πτώχευση. Καθώς ο έρωτας δεν ήτο μεγάλο-στέλεχος ή γόνος γνωστής οικογενείας αλλά ένας πτωχός πλην τίμιος σερβιτόρος, έπρεπε να βρω τρόπο να μαζέψω  το απαραίτητο ποσό για τα εισιτήρια μου, τις διαμονές, τις διατροφές και τα τοιαύτα.

Επανερχόμαστε λοιπόν στο παραπάνω ερώτημα που καίει χιλιάδες ανθρώπους, ζευγάρια και πράκτορες. Και η απάντηση δεν είναι άλλη από μια παλλαϊκή ρήση που αφορά ένα παξιμάδι. Σε περίπτωση λοιπόν που έχεις θέμα διαχείρισης άγχους και δεν τα πας καλά με ληστείες, απαγωγές και λαθρεμπορία, μία είναι η σωτήρια λύση: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ!

ΠΩΣ ΚΑΝΕΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ:

*Το παρόν D.I.Y. έχει σχεδιαστεί για φοιτητές αλλά μπορούν να το εφαρμόσουν και εργαζόμενοι καθώς και πάσης φύσης άφραγκες ταξιδιάρικες ψυχές

Βήμα 1ο – Κάνεις μια λίστα.

Στην ά στήλη βάζεις τα έσοδα (+). Στη β’ στήλη τα έξοδα (-). Στο αποτέλεσμα θα πρέπει η στήλη ά να είναι αθροιστικά μεγαλύτερη η ίση της β’. Εάν το άθροισμα της στήλης β’ είναι μεγαλύτερο της στήλης ά, κάτι μας κρύβεις, ή κάπου χρωστάς, ή κάτι κάνεις λάθος (ή πολύ σωστά πράττεις – ποιά είμαι εγώ άλλωστε που θα σε κρίνω;).

Το ζητούμενο είναι, εφόσον δεν έχουμε την δυνατότητα να αυξήσουμε την στήλη ά, οφείλουμε να μειώσουμε την στήλη β’.

Βήμα 2ο – Ξεκινάς  και απαρνιέσαι.

Ξεχνάς διαπαντός τα ψώνια, ρούχα, παπούτσια, μακιγιάζ, γκατζετιές, κορδέλες και τσιμπιδάκια. Μαζί διαγράφεις και τυχόν κραιπάλες σε μπουζούκια, κλάμπάκια, μπαράκια, κουτούκια, ρακάδικα και παγκάκια. Στη συνέχεια κόβεις και τις μπυρίτσες, γενικά ότι έχει ΦΠΑ 23%. Βέβαια δεν έχεις δει ιδιαίτερη βελτίωση στα οικονομικά σου ακόμα. Σταματάς να βάζεις κάρτα στο κινητό και κάνεις μόνο αναπάντητες. Κόβεις τα μεταφορικά και πηγαίνεις στη σχολή κάθε μέρα 7 χιλιόμετρα με τα πόδια. Πάλι λίγα πράγματα αλλά τουλάχιστον γυμνάζεσαι. Ελαττώνεις του καφέδες. Παίρνεις καφέ από το σπίτι. Τους κόβεις τελείως. Σταματάς να πηγαίνεις στη σχολή, ποιό το νόημα άλλωστε, τόσα χιλιόμετρα και να μην πιείς και ένα καφεδάκι; Αλλάζεις μάρκα στα τσιγάρα και παίρνεις τα πιο φτηνά που υπάρχουν. Στη συνέχεια κόβεις εντελώς το κάπνισμα ή καπνίζεις ΑΠ-ΟΛΛΩΝ. Κόβεις τα ντελίβερι και μαγειρεύεις.  Κόβεις και το σούπερ μάρκετ και μαγειρεύεις ότι έχει απομείνει. Από φακές μέχρι να αδειάσει το σακούλι, μακαρόνια με κέτσαπ και στην χειρότερη ληγμένα ξηροκάρπια. Εδώ κάτι αρχίζει να ανεβαίνει.

Βήμα 3ο – Οι φίλοι στην ανάγκη φαίνονται

Όταν λοιπόν αδειάσει εντελώς το ψυγείο και τα ντουλάπια, αρχίζεις εκεί κατά το μεσημεράκι να κάνεις επιδρομές σε φίλους. Στήνεις ενέδρα και όπου σου μυρίσει φαγητό, χτυπάς πόρτα. Το παίζεις αδιάφορος, τύπου “ήμουν στη γειτονιά και είπα να δω τι κάνεις βρε ψυχή”. Σε ανύποπτη στιγμή επαινείς τη μυρωδιά του φαγητού. Από ντροπή θα σε ρωτήσουν: “Μήπως να  σου βάλω ένα πιάτο;”. Εκεί αρνείσαι ευγενικά και σθεναρά για να επιμείνουν λίγο ακόμα. Στη συνέχεια λες κάτι γαλιφιές τύπου, “μια γωνίτσα”, “ίσα ίσα να δοκιμάσω”, “ε μου έσπασε και τη μύτη” και εύχεσαι να έχεις πέσει σε αυτούς τους φοβερούς παραδοσιακούς τύπους που εκεί που τους λες “όχι”, “καλέ μη”, “μα τώρα τι είναι αυτά” και αυτοί εκεί … να σου τιγκάρουν το πιάτο. Αφού φας, ευχαριστείς για ακόμα μια φορά και χωρίς κανένα ενδοιασμό ανακοινώνεις ότι “την επόμενη φορά θα σου/σας κάνω εγώ το τραπέζι”! Μέχρι 2 άντε 3 φορές μπορείς να το επαναλάβεις αυτό το μοτίβο ανά φίλο. Είναι χρήσιμο να μην πηγαίνεις απανωτά και σε άτομα που γνωρίζονται μεταξύ τους. Προσοχή: εάν έρθει να σε επισκεφτεί κάποιος εκείνο το διάστημα είτε το παίζεις κινέζος και δεν ανοίγεις τη πόρτα είτε …. αχ μόλις έφευγες ρε γαμώτο!

Βήμα 4ο όλα για όλα

Έχεις μπει στην τελική ευθεία. Στο τελευταίο στάδιο σταματάς να πληρώνεις τους λογαριασμούς. ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, κοινόχρηστα και στη χειρότερη το ενοίκιο. Μηδενίζεις τα έξοδα σου!

Ακολουθείς τα βήματα για όσους μήνες χρειαστεί για να έχεις μαζέψει ένα αξιοπρεπές κομπόδεμα για το ταξίδι σου. Κάποια στιγμή θα επανέλθω με τις οδηγίες του ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΧΡΩΣΤΑΣ ΤΑ ΚΕΡΑΤΑ ΣΟΥ!

Η παραπάνω μέθοδος προσωπικά μου εξοικονόμησε περί τα 177 ευρώ μέσα σε 1 μήνα. Με την επέμβαση της καλής μου μαμάς συμπληρώθηκαν τα αεροπορικά μου ναύλα. Και ο πατέρας μου, αφού κλείσαμε τα εισιτήρια και το ταξίδι ήταν πλέον αμετάκλητο, μου παρέδωσε έναν φάκελο με ένα αξιοσέβαστο ποσόν «για ασφάλεια» καθώς πάντα ήμουν και θα είμαι το κοριτσάκι του! Οπότε και έφτασε η χαρούμενη μέρα που το ταξίδι μας έγινε πραγματικότητα.

σάρωση0035 copyΤο αεροδρόμιο με ενθουσίασε! Ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευα σαν ενήλικας, η πρώτη φορά που πήγαινα διακοπές με τον «έρωτα» μου και κυρίως η πρώτη φορά που είχα “έρωτα” στη ζωή μου. Πέρασα τον έλεγχο διαβατηρίων, και ο ενθουσιασμός μου έφτανε να απογειώσει το αεροπλάνο χωρίς βενζίνες και πιλότους. Χάζευα τον κόσμο, ξεφύλλιζα τα ξενόγλωσσα περιοδικά στο γραφείο τύπου, φλέρταρα με τις μεγάλες συσκευασίες σοκολάτας, έτρεχα αριστερά και δεξιά στους διαδρόμους και ένιωθα σαν τρελαμένο παιδάκι σε παιχνιδάδικο. Ο σύντροφος μου ήταν εξίσου ενθουσιασμένος καθώς εκείνος δεν είχε ξαναπετάξει με αεροπλάνο και νομίζω είχε πέσει και σε εκείνον λίγη χρυσόσκονη από “έρωτα” και όλα του φαίνονταν ωραία. Εκτός από μια κούτα τσιγάρα, αγοράσαμε τσίχλες και καραμέλες για «το δρόμο» φτιάχνοντας την πρώτη αεροπορική παράδοση που θα τηρούσα ευλαβικά σε όλα τα υπόλοιπα ταξίδια.

Πέρασε η ώρα και επιβιβαστήκαμε στο αεροπλάνο. Το αεροσκάφος της KLM είχε πανύψηλες αεροσυνοδούς, όλες κατάξανθες με γαλάζια μάτια. Προσδεθήκαμε, οι ρόδες ξεκόλλησαν από το έδαφος και εμείς ανεβαίναμε, ανεβαίναμε, ανεβαίναμε…

Μετά από ένα παγωμένο γεύμα, 3 αναψυκτικά και λίγο νύσταγμα, το αεροσκάφος άρχισε να ετοιμάζεται για προσγείωση. Στριμώχτηκε ο σύντροφος δίπλα μου να δει και εκείνος από το παράθυρο το επίπεδο τοπίο της Ολλανδίας. Και είδαμε ένα ψηφιδωτό από αγρούς και λουλούδια, χωρισμένο σαν πάζλ από μικρά και αστραφτερά ρυάκια.

Με το που βγήκαμε από το αεροσκάφος ο αέρας μου μύρισε διαφορετικά. Είχε μια νότα υγρασίας και ψύχους, κουβαλώντας αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια στην Γερμανία. Οι διάδρομοι του αεροδρομίου Schiphol ήταν τεράστιοι με οριζόντιους κυλιόμενους διαδρόμους. Ακολουθήσαμε τα φωτεινά σημάδια και φτάσαμε στην αίθουσα παραλαβής αποσκευών. Ήταν προτού οριστούν όλοι αυτοί οι νόμοι που απαγορεύουν το κάπνισμα, όποτε ανάψαμε το τσιγαράκι μας σε ένα χώρο καπνιστήριο με κάτι μεγάλους αγωγούς που ρουφούσαν τον καπνό πάνω από το κεφάλι μας. Άφησα τον σύντροφο μου να περιμένει τη μικρή μας βαλίτσα και πήγα να επισκεφτώ τις τουαλέτες. Και εκεί κοίταξα τον εαυτό μου στο  καθρέφτη. Είδα στο είδωλο μου μια κοπέλα που θα ήθελα πολύ να τη γνωρίσω καλύτερα. Κάποια με κενές σελίδες που είναι έτοιμη να τις γεμίσει. Κάποια δεν φοβάται να πετάξει. Κάποια που είναι έτοιμη να χαθεί, να βιώσει, να ρισκάρει, να ζήσει… Ήμουν εγώ «αλλού», και αυτό το «αλλού» έγινε το σπίτι και το καταφύγιο μου όποτε το «εδώ» με στρίμωχνε άσχημα στην γωνία της ρουτίνας. Βρήκα το σύντροφο μου στην ζώνη παραλαβής. Η βαλίτσα μας είχε φτάσει…

Να σημειωθεί ότι δεν είχε προηγηθεί ουδεμία έρευνα για το ΠΟΥ πάμε, δεν είχαμε κλείσει ξενοδοχείο και ούτε είχαμε ιδέα πώς φτάνουμε στη πόλη από το αεροδρόμιο. Ρωτώντας, κοιτώντας και με λίγο ένστικτο βρήκαμε το δρόμο μας και τα εισιτήρια για να πάρουμε το τραίνο. Πριν φύγουμε από το αεροδρόμιο ρωτήσαμε ένα πρακτορείο του αεροδρομίου για δωμάτιο. Η τιμή που μας έδωσαν μας έκανε να αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε για την θετική εξέλιξη του ταξιδιού μας.

Τοπία, πεδιάδες και κτίρια περνούσαν δίπλα μας πάνω στο διώροφο τραίνο. Βγήκαμε από τον σταθμό και πρωτοαντικρίσαμε την πόλη. Μερικές καντίνες απέναντι μας που σέρβιραν πατάτες τηγανιτές με μαγιονέζα στο χέρι, ένα λίγο βρώμικο καναλάκι με μικρά καραβάκια, αμέτρητα ποδήλατα και ξεχωριστής αρχιτεκτονικής κτίρια είναι η πρώτη εικόνα που αντικρίζεις όταν φτάσεις στο Άμστερνταμ. Περάσαμε απέναντι και μπήκαμε σε κάτι μικρά στενάκια. Μια ενδιαφέρουσα μυρωδιά μας τράβηξε την προσοχή καθώς περάσαμε δίπλα από ένα μικρό καφέ με μια όμορφη τζαμαρία. Μόλις είχαμε ανακαλύψει ένα coffee shop…

σάρωση0036 copy*Για όσους αναζητούν πληροφορίες εδώ για τέτοια του … διαβόλου πράγματα σας ενημερώνω ότι εδώ βρίσκεστε σε ένα μπλογκ με οικογενειακές αρχές (!) και μας διαβάζουν και μικρά γατιά!!! (είδες μπαμπάκα δεν γράφω για φούντες…).*

Για καλή μας τύχη συναντήσαμε ένα μικρό πρακτορείο μέσα σε ένα από αυτά τα στενάκια . Μας είπαν ότι διεξάγεται ένα ιατρικό συνέδριο και όλα τα ξενοδοχεία είναι full αλλά μπορούν να μας βρουν κάτι. Όταν ενημερώσαμε τι ποσό είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε ανά βραδιά ο άνθρωπος μας κοίταξε με ειλικρινή οίκτο για την αθωότητα μας. Μας βρήκε το πιο φτηνό δωμάτιο που μπορούσε να βρει, το οποίο μας φάνηκε ακριβό και αναχωρήσαμε να κάνουμε μόνοι μας την έρευνα αγοράς. Καθώς τραβολογάγαμε τη βαλίτσα απογοητευμένοι και αντικρούαμε τις ευθύνες ο ένας στον άλλο κάναμε μια στροφή βγήκαμε σε ένα κανάλι. Και οι συζητήσεις σταμάτησαν απότομα.

Μπροστά μας σε 2 παράλληλες σειρές, πανύψηλα δέντρα έφτιαχναν με τις κορυφές τους ένα φυσικό θόλο πάνω από ένα καταπράσινο κανάλι ενώ πανέμορφα στενά, πολύχρωμα και λίγο στραβά σπιτάκια ήταν στοιβαγμένα στις όχθες του. Γραφικές γεφυρούλες ένωναν τη μία όχθη με την άλλη ενώ άπειρα κίτρινα φυλλαράκια έπεφταν από το θόλο και γέμισε ο κόσμος με κίτρινο κομφετί, σαν να καλωσόριζαν τα δέντρα την άφιξη μας στη πόλη. Αυτή την εικόνα θα τη θυμάμαι για όλη μου τη ζωή.

Μετά από αρκετή ώρα αναζήτησης, κάνα 2 ποδήλατα και 1 τραμ που πήγαν να μας πατήσουν, είχαμε συνειδητοποιήσει ιδίοις όμασι ότι όντως στη πόλη διεξάγεται ιατρικό συνέδριο και ότι η τιμή που μας έδωσε ο πράκτορας όχι μόνο δεν ήταν ακριβή αλλά τιμή ευκαιρίας για τη Βενετία του Βορρά. Επιστρέψαμε λοιπόν στο πρακτορείο, όπου ο καλός αυτός άνθρωπος μας κατέβασε και άλλο τη τιμή. Ίσως υπήρξε κάποτε και εκείνος νέος, ερωτευμένος και απερίσκεπτος. Μας έδωσε και ένα χαρτί με οδηγίες που θα μας οδηγούσε στο ξενοδοχείο μας.

σάρωση0028 copyΑνακουφισμένοι επιστρέψαμε στον κεντρικό σταθμό για να πάρουμε το τραμ. Σαν γνήσιοι Ελληνάρες ενώ είχαμε στα χέρια μας ένα υπέρ αναλυτικό χάρτη πλοήγησης, προσπεράσαμε την ουρά των επιβατών, μπουκάραμε στο τραμ και με μια ανάσα ρωτήσαμε τον οδηγό εάν αυτό το τραμ θα μας πάει σε αυτή τη περιοχή, σε αυτό το ξενοδοχείο κουνώντας παραστατικά το χαρτί που μας είχε δώσει ο πράκτορας.

“Ο κόσμος εδώ ξεκινάει τη μέρα του με την λέξη καλημέρα” και η αποστομωτική απάντηση του οδηγού μας έβαλε για τα καλά στη θέση μας. “Περιμένετε την σειρά σας και όταν έρθει η ώρα θα σας απαντήσω”. Μασήσαμε 5 αηαμσόρρυ και 4 γκουντ-μόρνινκ και κατευθυνθήκαμε στο τέλος της ουράς κάτω από τα επικριτικά βλέμματα των υπόλοιπων επιβατών. Έφτασε η σειρά μας, ξανά-καλημερίσαμε τον οδηγό και τον παρακαλέσαμε να επιβεβαιώσει ότι είμαστε στο σωστό τραμ. Μας ανταπέδωσε την καλημέρα, κοίταξε το χαρτί και μας είπε να περάσουμε και οτι θα μας ενημερώσει για την στάση μας. Μετά από κάνα εικοσιπεντάλεπτο είχαμε φτάσει. Ο οδηγός ανακοίνωσε τη στάση μας από τα μεγάφωνα και γύρισε να επιβεβαιώσει ότι κατεβαίναμε. Τον ευχαριστήσαμε και αποβιβαστήκαμε στη γειτονιά του ξενοδοχείου. Ήταν η πρώτη φορά που θα έμενα σε γκέτο!!!

Το ξενοδοχείο ήταν ένα παλιό κτίριο με ψεύτικη εσωτερική πολυτέλεια. Το δωμάτιο ήταν τόσο δα μικρό και γκρι με μια μεγάλη αρχαία τζαμαρία που δεν άνοιγε για κανένα λόγο και ένα μικρό φεγγίτη στη κορυφή. Ο τοίχος που χώριζε την τουαλέτα από το κρεβάτι ήτο καμωμένος από τσιγαρόχαρτο, κάτι που μας έφερε σε δύσκολη θέση, σαν φρέσκοερωτευμένο ζευγαράκι. Παρόλη την έλλειψη ανέσεων πάντως ο ενθουσιασμός μας δεν είχε μετριαστεί. Η γειτονιά ήταν μουσουλμανική, απέναντι από το ξενοδοχείο στηνόταν καθημερινά λαϊκή αγορά ενώ στη βάση του ξενοδοχείου υπήρχε ένα  FEBO, το φάστ φούντ των Ολλανδών με μπέργκερ, κροκέτες και πατάτες τηγανιτές. Η ιδιαιτερότητα αυτών των φάστ φούντ είναι ότι τα φαγητά βρίσκονται σε κάτι θερμαινόμενα παραθυράκια στον τοίχο όπου βάζεις αντίστοιχο το αντίτιμο στην υποδοχή και το παράθυρο ανοίγει για να παραλάβεις το φαγητό σου. ‘Eten uit de muur‘ δηλαδή «φαγητό από τον τοίχο»! Αφήσαμε τα πράγματα μας και επιστρέψαμε με το τραμ στο κέντρο. Κρύψαμε το χάρτη βαθιά στο πάτο της τσάντας μας και αρχίσαμε να εξερευνούμε με όλες μας τις αισθήσεις αυτή τη πανέμορφη πόλη.

σάρωση0032 copyΠερπατήσαμε χιλιόμετρα και χιλιόμετρα δίπλα από τα κανάλια, ξαποστάσαμε σε παγκάκια, καμαρώσαμε τη χαμογελαστή διάθεση και την απλότητα των Ολλανδών, λατρέψαμε την νοοτροπία του ποδηλάτου, γελάσαμε με χαζεμένους τύπους από τα διάφορα βοτανικά και ξεφύγαμε τελείως από την διαφορετικότητα, που τόσο αρμονικά συμβίωνε και ολοκλήρωνε τις πραγματικές διαστάσεις αυτής της πόλης. Οι βιτρίνες των sex shop έλυσαν τις απορίες μου για το περιεχόμενο τους, τα κόκκινα φανάρια με γέμισαν διφορούμενα συναισθήματα για το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου και η αντιμετώπιση των ανθρώπων που κυκλοφορούσαν γύρω μου με έκανε να κατανοήσω σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο την έννοια της ελευθερίας. Οι προκαταλήψεις απλά δεν υπάρχουν σε αυτή τη πόλη. Αυτό το επιβεβαίωναν και τα πολλά σπίτια που δεν είχαν κουρτίνες και μπορούσες να πάρεις μια ολοζώντανη εικόνα της ζωής αυτών των ανθρώπων απλώς περνώντας δίπλα από το σπίτι τους. Ο ήλιος εκείνο το βράδυ έδυε στις 22:15 με αποτέλεσμα η μέρα αυτή να περάσει στην ιστορία σαν η μεγαλύτερη μέρα που είχαμε διανύσει ποτέ, από το ξημέρωμα της μακρινής Αθήνας.

Κάποια στιγμή, πρέπει να είχε πάει 3 τη νύχτα (αχ νιάτα ήμασταν τότε…!) βγάλαμε τον χάρτη από τον πάτο της τσάντας μας για να προσανατολιστούμε. Δεν είχαμε εντρυφήσει ακόμα στην χαρτογραφία και αναζητήσαμε βοήθεια σε ένα ανοιχτό ινδικό φαγάδικο.

“Follow the tracks my friend – you follow the track – and they will take you – where you want to go – just follow the tracks…” και ένας Ινδός ψήστης με άπταιστα Ινδό-αγγλικά μας οδήγησε στις γραμμές του τραμ τις οποίες και ακολουθήσαμε μέχρι τον κεντρικό σταθμό. Και από εκεί περιμέναμε το νυχτερινό λεωφορείο για να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο μας μαζί με μερικούς άλλους ντόπιους ξενύχτηδες.

Το επόμενο πρωί πήραμε με τον σύντροφο το πρωινό μας στο μπουφέ του ξενοδοχείου. Κατηφορίσαμε στο τραμ και κατεβήκαμε στην πλατεία Νταμ αγγλιστί Dam’s Square. Εκεί σαν γνήσια τουριστάκια αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε την περιπλάνηση μας από το μουσείο της Madame Tussauds. Στηθήκαμε στην ουρά και μπήκαμε στο μουσείο. Μετά από μια μικρή και υπέροχη αναδρομή στην ιστορία της Ολλανδίας το γκρουπάκι μας πέρασε σε μια άλλη αίθουσα. Δύο πειρατές που έβαζα στοίχημα ότι ήταν κέρινα ομοιώματα ανασηκώθηκαν απότομα, μας καλημέρισαν και ο ένας προχώρησε στο βάθος και σήκωσε μια μικρή κουρτίνα δείχνοντας μας το δρόμο προς ένα σκοτεινό πέρασμα. Η πινακίδα δίπλα προειδοποιούσε ότι το πέρασμα ήταν ακατάλληλο για ανθρώπους με καρδιακές παθήσεις, έγκυες γυναίκες, παιδιά κάτω από μιας ηλικίας και … για ανθρώπους που έχουν κάνει χρήσει ψυχοτρόπων ουσιών. Το υπόλοιπο γκρουπ αρνήθηκε ευγενικά τη πρόσκληση του πειρατή και προχώρησε από ένα πιο φωτεινό δρόμο. Μείναμε μόνο εμείς… Ο σύντροφος ήταν πεπεισμένος ότι ο πειρατής κοίταζε αυτόν προσωπικά και ότι εάν δεν μπαίναμε θα ήτο μεγάλη δειλία εκ μέρους μας. Δίχως να έχω πολύ-καταλάβει τι διαδραματιζόταν πίσω από τη κουρτίνα, δέχτηκα και ακολούθησα το σύντροφο μου. Και μπήκαμε στα μπουντρούμια του πειρατικού πλοίου. Τα πάντα ήταν θεοσκότεινα ενώ ήχοι θρίλερ ακουγόντουσαν από κάτι κρυμμένα μεγάφωνα. Καθώς προχωρούσαμε ένα αθέατο παράθυρο άνοιξε απότομα και ένας ηθοποιός ντυμένος τρόφιμος μπουντρουμιού κρεμάστηκε από το περβάζι κάνοντας μας επιθετικές χειρονομίες. Η περιγραφή ίσως να ακούγεται ανόητη, αλλά εγώ έπαθα πανικό, δεν είχα αντιληφθεί ότι έπαιζε τέτοιο διαδραστικό σενάριο. Όσο προχωρούσαμε, το τοπίο, οι ήχοι και οι επιθέσεις των ηθοποιών γινόντουσαν και όλο και πιο τρομακτικές. Αυθόρμητα έκατσα κάτω και άρχισα να κουνιέμαι σαν τα παιδάκια που δεν τους κάνεις το χατίρι (μάλλον ήθελα να τους τρομάξω και εγώ με τη σειρά μου). «Θέλω να φύγω από εδώ, βγάλε με από εδώ», εκλιπαρούσα τον σύντροφο μου. «Ρε ξεκόλλα» να μου απαντάει εκείνος, «ηθοποιοί είναι, το σκηνικό είναι ψεύτικο, τι φοβάσαι». «Όχι,» ανένδοτη εγώ «πάρε με από εδώ, θα με τρομάξουν δεν θέλω, δεν θέλω, πάρε με από εδώ…». Ένας ηθοποιός πέρασε να βεβαιωθεί ότι είμαι καλά και μόνο που τον είδα άρχισα να κουνιέμαι πιο δυναμικά. Ο σύντροφος μου έπρεπε να πάρει γενναίες αποφάσεις.

Μετά από κανένα δεκάλεπτο (!) με σήκωσε και μου λέει το σχέδιο, «Ωραία κλείσε τα μάτια και θα αρχίσουμε να τρέχουμε μαζί, μην τα ανοίξεις, θα σε οδηγήσω εγώ». Το σχέδιο με βόλευε και ένιωσα για λίγο σαν τη πρωταγωνίστρια θρίλερ που θα επιβιώσει! Ανασηκώθηκα και πήρα θέση ενώ τα μάτια μου εστίασαν στο επόμενο σκοτεινό άνοιγμα που φύσαγαν αέρηδες και αναβοσβήνανε φώτα. «Κλείσε τα μάτια» και τα έκλεισα, «και φύγαμε» και άρχισα να τρέχω μέσα στην αγκαλιά του συντρόφου μου. Τρέχαμε σαν τους παλαβούς και ο σύντροφος να μου φωνάζει, «μην τα ανοίξεις, μην τα ανοίξεις». Αντιδραστικός τύπος εγώ, τα άνοιξα και είδα μια τύπισσα προτεινόμενη για όσκαρ ερμηνείας και τρομαχτικού μακιγιάζ να πηγαινοέρχεται σαν το κοριτσάκι του εξορκιστή μέσα σε ένα κλουβί. Και με ένα ουρλιαχτό μου περάσαμε το τελευταίο φωτεινό άνοιγμα και τρακάραμε στο τοίχο ενός απλού διαδρόμου του μουσείου. Εκεί βρισκόταν όλο το υπόλοιπο γκρουπ που μας περίμενε υπομονετικά χαζεύοντας τις περιπέτειες μας από τις οθόνες που έδειχναν τη διαδρομή που διασχίσαμε. Ένα αυθόρμητο χειροκρότημα μας υποδέχτηκε ενώ εγώ ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί!

Μπήκαμε στην αίθουσα με τα κέρινα ομοιώματα διάσημων προσωπικοτήτων του αιώνα μας. Βγάλαμε την μηχανή μας και την ώρα που στεκόμουνα αντίκρυ του George Clooney και τσουγκρίζαμε νωχελικά τα ποτήρια μας, ενώ ο σύντροφος το έπαιζε παπαράτσι, η φωτογραφική μας μηχανή έβγαλε έναν ήχο που πλέον κοντεύει να εξαλειφθεί. Μόλις μας είχε τελειώσει το φιλμ. Βλέπετε η τεχνολογία της ψηφιακής φωτογραφίας ήταν τότε σε αρχικό στάδιο εισαγωγής της στην καθημερινότητα μας. Η φωτογραφική μηχανή δε, δεν ήταν καν δική μου αλλά δανεική. Ευτυχώς είχα προβλέψει και κουβαλούσα μαζί μου ένα εφεδρικό φιλμ. Το τοποθετήσαμε και συνεχίσαμε τις φιλήδονες πόζες μας.

Όταν επιστρέψαμε από το ταξίδι και καταθέσαμε με περηφάνια το φιλμ στο φωτογραφείο της γειτονιάς, μας περίμενε μια άσχημη έκπληξη. Οι φωτογραφίες δεν αποτυπώθηκαν ποτέ στο φιλμ, καθώς ΚΑΠΟΙΑ το τοποθέτησε λάθος και με αποτέλεσμα από όλες τις υπόλοιπες ημέρες στο Άμστερνταμ να μην υπάρχουν πουθενά αποτυπωμένες οι αναμνήσεις μας.

Βέβαια εκείνη την ώρα είχαμε πλήρη άγνοια του γεγονότος και τραβάγαμε ασύστολα ο ένας τον άλλο κάνοντας κερατάκια στο Μπους, πιάνοντας τον πισινό της Λόπεζ, και παίζοντας μουσική με τον Μάρλει.

Περνώντας στη πλατεία ακούσαμε μουσική την οποία υποθέσαμε ότι έπαιζε μια πολυμελή μπάντα. Και όμως επρόκειτο για έναν και μόνο τύπο ο οποίος έπαιζε παράλληλα 5-6 όργανα με χέρια πόδια & κεφάλι. Απίστευτος! Χαζέψαμε το τύπο καθώς και όλα τα υπόλοιπα δρώμενα της πλατείας, μια πλατεία γεμάτη μουσικούς, μίμους, κινηματογραφικούς ήρωες και πάμπολλους ζογλέρ. Στη συνέχεια χαθήκαμε στην Ασιατική αγορά με στόχο να φάμε νούντλς αλλά τελικά καταλήξαμε με μια Αμερικάνικη πίτσα χαβανέζα.

Εμένα με είχε πιάσει ένας τουριστικός οίστρος και ήθελα να επισκεφτώ και άλλο μουσείο. Βάλαμε κάτω χάρτες, οδηγούς & λεφτά και αποφασίσαμε να επισκεφτούμε … το μουσείο των βασανιστηρίων! Ναι ναι, από ΟΛΑ τα μουσεία του Άμστερνταμ εμείς αυτό επιλέξαμε. Το μουσείο ήταν φανταστικό. Αρχικά μέσα ήταν διαμορφωμένο σαν μπουντρούμι κάστρου (κόλλημα με τα μπουντρούμια, το Άμστερνταμ ή εμείς;) και είχε παντού όργανα βασανιστηρίου με δίπλα ζωγραφιές που τα απεικόνιζαν σε λειτουργία μαζί με το θύμα τους. Από κάτω διάβαζες με γλαφυρές περιγραφές τα αποτελέσματα τους στο ανθρώπινο σώμα και λίγα λόγια για το target group που προοριζόντουσαν.

Το κλίμα που επικρατούσε στους περισσότερους επισκέπτες ήταν ένα βεβιασμένο μπλακ χιούμορ καθώς κανείς δεν ήθελε να πάρει το χώρο στα σοβαρά. Πάντως φύγαμε από το μουσείο σχετικά προβληματισμένοι από το μέγεθος της ενέργειας και της φαντασίας που ξόδεψαν κάποτε οι άνθρωποι για να εφεύρουν όργανα βασανιστηρίου ώστε να τιμωρήσουν τους συνανθρώπους τους.

Συνεχίσαμε με το sex museum για να ξεπροβληματιστούμε και επειδή η είσοδος του δεν ήταν πάνω από 3 ευρώ (τώρα εν έτη 2014 η είσοδος είναι 4€). Αν και δεν μας εντυπωσίασε ιδιαίτερα, ομολογώ ότι μας έφτιαξε την διάθεση.

Το πιο εντυπωσιακό αξιοθέατο πάντως του Άμστερνταμ είναι το ίδιο το Άμστερνταμ. Μας είχανε βγει τα πόδια αλλά δεν μπορούσαμε να χορτάσουμε τη βολτάδα μας. Τα κανάλια, οι γέφυρες, οι τεράστιες καθολικές εκκλησίες, τα σπίτια, τα βαρκόσπιτα, όλη η πόλη μας έμοιαζε με θεματικό πάρκο. Αργά το βράδυ πια βγήκαμε για ποτά στη Leidsplain σε ένα όμορφο τζαζ μπαρ που έπαιζε live μουσική και κατεβάζαμε τη μία Heineken μετά την άλλη. Καθώς δεν γνώριζα πως να παραγγείλω το αγαπημένο ποτό των φοιτητών , το γνωστό υποβρύχιο, κάθε φορά που έπαιρνα μια μπύρα ζήταγα και ένα σφηνάκι Τζακ Ντάνιλες. Έτσι πολύ σύντομα ο κόσμος του Άμστερνταμ έγινε ακόμα πιο όμορφος και γελαστός.

Την επόμενη μέρα ξύπνησα άρρωστη, προφανώς με δέκατα και αδυναμία. Ο Μάιος στη Βόρεια Ευρώπη αν και ηλιόλουστος, έκρυβε ύπουλες υγρασίες και μεγάλες διακυμάνσεις θερμοκρασίας. Μεγάλο ξενέρωμα. Ο σύντροφος μου ανέβασε κρυφά λίγο πρωινό από το μπουφέ γιατί απαγορευόταν. Καθώς ναι μεν δεν ένιωθα καλά αλλά δεν ήθελα και να περάσω τη μέρα μου στο δωμάτιο βγήκαμε μια βόλτα στο γκέτο της περιοχής μας. Επισκεφτήκαμε τη λαϊκή αγορά που βλέπαμε καθημερινά από τη τζαμαρία μας και εντυπωσιαστήκαμε με το πόσο πολύ έμοιαζε με τις δικές μας λαϊκές. Στη συνέχεια καθώς πεινούσαμε ακόμα, μπήκαμε στο σούπερ μάρκετ και ψωνίσαμε χυμούς, σάντουιτς και σοκολάτες ανακαλύπτοντας ένα πολύ χρήσιμο κόλπο για τα μελλοντικά μας ταξίδια.

σάρωση0016 copyΗ γειτονιά μας τελικά αποδείχτηκε πανέμορφη, καταπράσινη, γεμάτη κήπους, πάρκα, όμορφα σπίτια και κανάλια. Πήραμε τα σαντουιτσάκια μας και κάναμε πικνίκ στις όχθες ενός καναλιού που κυλούσε κατά μήκος μιας προσεγμένης δημοσιάς. Μετά από άλλη μία γρήγορη εξόρμηση στη πόλη όπου απολαύσαμε ένα λιτό ιταλικό γεύμα, επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο καθώς και δεν ήμουν για πολλές συγκινήσεις. Αποφάσισα να παραμείνω στο δωμάτιο για να ξεκουραστώ και άφησα τον σύντροφο ελεύθερο να κάνει ότι θέλει. Απόλαυσα μερικές ώρες μόνη μες στο γκρι (δωμάτιο) παρακολουθώντας το Άλλαξε το στην Ολλανδική βερσιόν και τα πρώτα επεισόδια της σειράς “Τζόι” με ολλανδικούς υπότιτλους. Ετοιμάστηκα και βγήκα να συναντήσω τον σύντροφο μου στο ίδιο σημείο που είχαμε αποχωριστεί. Ο σύντροφος μου, μου διηγήθηκε πως είχε ανακαλύψει ένα σπορτς μπαρ στη Leidsplein και είχε σκοτώσει χαρούμενα τον χρόνο του παρακολουθώντας το αγαπημένο του άθλημα. Περάσαμε ένα υπέροχο βράδυ ανακαλύπτοντας τις ομορφιές της γειτονιάς μας. Ανάμεσα σε κάτι υπερμεγέθη εργατικές πολυκατοικίες γνωρίσαμε ένα τεράστιο δέντρο το οποίο και αγκαλιάσαμε και οι δυο για να κλείσουμε ανάμεσα από τα χέρια μας τον χοντρό κορμό του. Λικνιστήκαμε στις κούνιες μιας παιδικής χαράς καθώς οι κάτοικοι τις περιοχής επέστρεφαν ή έβγαιναν από τα σπίτια τους, με τα ποδήλατα τους, τους σκύλους τους, την συντροφιά τους. Χωρίς κανένα βουνό να εμποδίζει τον ορίζοντα μας ξαπλώσαμε στο γρασίδι κοιτώντας τα αστέρια αναρωτώμενοι αφού βρισκόμαστε κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας εάν δεν υπήρχαν τα κτίρια πως θα μπορούσαμε να δούμε τα αστέρια ανάμεσα από τα δάχτυλα των ποδιών μας. Η ροή του καναλιού μας νανούρισε και επιστρέψαμε στο δωμάτιο μας νωρίς για να υποδεχτούμε ξεκούραστοι την επόμενη μέρα.

σάρωση0033 copyΗ τελευταία μέρα πέρασε απίστευτα γρήγορα. Πρέπει να ανεβοκατεβήκαμε την Kalverstraat, τον εμπορικό δρόμο του Άμστερνταμ καμιά δεκαριά φορές. Επισκεφτήκαμε το Magna Plaza χαζεύοντας τις ακριβές βιτρίνες και θαυμάζοντας την αρχιτεκτονική του κτιρίου. Εφοδιαστήκαμε με σοκολάτες, τασάκια, μαγνητάκια, κάλτσες, μπλούζες, καρποστάλ, διακοσμητικά και 1 μεγάλη χιονόμπαλα που έκρυβε μια μικρογραφία του Άμστερνταμ στη γυάλινη φούσκα της. Καθίσαμε για αρκετή ώρα στις πλατείες και στα παγκάκια δίπλα στο κανάλι χαρούμενοι που αναγνωρίζαμε τις περιοχές που είχαμε ξανά επισκεφτεί και υπερήφανοι που μάθαμε επιτέλους να χρησιμοποιούμε τον χάρτη. Στην Rembrandtplein απολαύσαμε πάμφθηνα χοτ ντογκ από το δρόμο, ενώ είχαμε αρχίσει να νιώθουμε μια μυστήρια οικειότητα με αυτή την πόλη. Σαν να την γνωρίζαμε όλη μας τη ζωή. Συνεχίσαμε τις βόλτες μας χωρίς τη διάθεση να ακολουθήσουμε τουριστικά μονοπάτια, ίσως για να διατηρήσουμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε θαμώνες της πόλης και όχι περαστικοί. Όμως η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο για να μαζέψουμε τα πράγματα μας καθώς αναχωρούσαμε με την πρωινή πτήση για την Αθήνα. Πάντα οι τελευταίες μέρες περνάνε γρήγορα, μάλλον γιατί είναι γεμάτες προσδοκία και θλίψη και μοιάζουν σαν τις Κυριακές.

Την επόμενη μέρα κάναμε τσεκ άουτ νωρίς το πρωί και πήραμε το τραμ για το κέντρο. Σταθήκαμε μπροστά στο κεντρικό σταθμό για ένα τελευταίο τσιγάρο πριν το ταξίδι της επιστροφής.

“Ωραία περάσαμε έ;” γύρισα στο σύντροφο μου. Μου χαμογέλασε και αρχίσαμε να μιλάμε για τις πιο όμορφες στιγμές του ταξιδιού μας, τι μας εντυπωσίασε, τι μας ενθουσίασε, τι δεν προλάβαμε να δούμε.

“Ναι μωρέ αλλά το χόρτασα” κατέληξε. “Θέλω να γυρίσουμε σπίτι τώρα”

“Ναι και εγώ, νιώθω γεμάτη” του απάντησα και σηκωθήκαμε. Είχε φτάσει η ώρα του αποχωρισμού καθώς η πτήση μας αναχωρούσε σε ένα τρίωρο με προορισμό τα διαφορετικά μας σπίτια, τις διαφορετικές μας πόλεις και όλα τα χιλιόμετρα Αθήνας – Πάτρας που μας κρατούσαν τις ζωές μας σε απόσταση.

Όπως περπατούσαμε προς την είσοδο του κεντρικού σταθμού το ένα ποδαράκι της βαλίτσας μας σκάλωσε στο πλακάκι και τραβώντας το απότομα έσπασε.

“Όχι ρε γαμώτο” σκέφτηκα, σαν σημάδι μου φάνηκε. “Κρίμα”, γύρισα στον σύντροφο μου, “πάει και αυτή η βαλίτσα…”

Γρήγορα το ξέχασα και συνέχισα να βαδίζω με την βαλιτσούλα μας να τρεκλίζει σαν μεθυσμένη στους διαδρόμους του σταθμού καθώς γυρίζαμε αντίστροφα την διαδρομή της άφιξης μας αναζητώντας το μονοπάτι της επιστροφής. Δεν αντιληφθήκαμε εκείνη τη στιγμή ότι οι μοίρες μας παρακολουθούσαν και σημείωσαν τα λόγια μας, αν και βαθιά μέσα μας το γνωρίζαμε ότι τίποτα δεν θα παρέμενε το ίδιο …

Από τότε και έπειτα ποτέ ξανά δεν “χορτάσαμε” ταξίδια. Ήταν ύβρης προς τους θεούς των ταξιδιών η αχαριστία μας να θεωρήσουμε την εμπειρία αυτή σαν δεδομένο. Μας έμεινε η κατάρα και κανένα ταξίδι δεν είναι πια αρκετό. Κάθε τελείωμα πλέον θα σημαίνει μια καινούργια αρχή, έναν καινούργιο προορισμό για να ανακαλύψουμε, ένα καινούριο σημάδι στον ορίζοντα για να ακολουθήσουμε.

Και κάπως έτσι ακολούθησαν πολλά ταξίδια, αλλά αυτό θα μείνει πάντα στα κιτάπια της ιστορίας σαν το πρώτο μας ταξίδι. Οι αναμνήσεις του έχουν μελώσει στην καρδιά μας και πάντα θα μας αφήνει την πιο γλυκιά γεύση όταν χανόμαστε στους δρόμους της νοσταλγίας. Και το χορτάσαμε!

Την ίδια στιγμή γεννήθηκε και ένας πιστός ακόλουθος στις περιπλανήσεις μας, ο “ταξιδιώτης”. Δεν εγκαταλείψαμε στη μοίρα της την μικρή μας μπλε βαλιτσούλα. Αντιθέτως φροντίσαμε με πολύ αγάπη και φαντασία το τραύμα της και την σύραμε μαζί μας σε κάθε γωνιά της Γής, σε κάθε μας περιπέτεια. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία …

By A.A.

One thought on “Άμστερνταμ – Το παρθενικό ταξίδι

  1. Pingback: Άμστερνταμ – Το παρθενικό ταξίδι | The Zion Logs

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s