Νεπάλ: Κάπου ψηλά στο βουνό

Ο άνδρας κινήθηκε προς το άνοιγμα της πόρτας. Έξω από την κουζίνα είχε ξεκινήσει μια δυνατή βροχή που μαστίγωνε με βία την κορυφή. Απέναντι του η οροσειρά των Ιμαλάϊων είχε κρυφτεί πίσω από ένα πυκνό πέπλο από σύννεφα. Παρόλα τα από τα εκκωφαντικά μπουμπουνητά και το έντονο ράπισμα της βροχής ο άνδρας ήτανε σίγουρος ότι άκουσε να χτυπάνε καμπάνες του ναού. “Μα ποιός είναι έξω με αυτόν τον παλιόκαιρο;” αναρωτήθηκε.

“Kiddo” έβαλε μια φωνή βγάζοντας το κεφάλι του στο κατώφλι, αλλά ο μικρός βοηθός του δεν εμφανίστηκε. Ο ίδιος δεν μπορούσε να αφήσει τις δουλειές του να δει τι συμβαίνει, ήταν πια περασμένη η ώρα και οι αποψινοί ένοικοι θα φτάνανε από ώρα σε ώρα. Έτσι πλησίασε την θράκα, άναψε ένα σπίρτο και φύσηξε μέσα από έναν σιδερένιο λεπτό σωλήνα την βάση της σχάρας ώστε να αρπάξουν γρήγορα φωτιά τα προσανάμματα. Τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου του αποτελούσαν αντιπροσωπευτικό παράδειγμα των ανδρών του Νεπάλ, ενώ η κορμοστασιά του μαρτυρούσε ότι ήταν γέννημα θρέμμα αυτού του βουνού που αγνάντευε τη κορυφή του κόσμου. Η προετοιμασία του φαγητού τον απασχόλησε αρκετή ώρα, μέχρι που η βροχή σταμάτησε και οι ευωδιές της βρεγμένης γης ανακατεύτηκαν με την μυρωδιά του νταλ και των μπαχαρικών που μαγειρεύονταν στη χύτρα.

Τότε ήταν που άκουσε τη φωνή να ζητάει βοήθεια. Ο επιτακτικός τόνος αυτής της λαχανιασμένης έκκλησης τον σήκωσε αμέσως από τις εργασίες του. Βαδίζοντας προς το προαύλιο άκουσε ομιλίες σε μια άγνωστη γλώσσα που δεν είχε ξανακούσει. Θυμήθηκε τη έκφραση εκείνου του Αμερικανού ορειβάτη που συνέχεια σχολίαζε “It’s all Greek to me” για τις επιγραφές και τις προσευχές πάνω στα πολύχρωμα σημαιάκια που κοσμούσαν όλους τους ναούς. Και να, ξανά μια γυναικεία φωνή να καλεί:

“Helloooooo, helooooo, heeeelp, is anyone heeeere?”

Βγαίνοντας στο ξέφωτο την είδε. Μια κοπέλα περπατούσε στη μέση του προαύλιου χώρου. Μούσκεμα ως το κόκαλο, με καταλασπωμένα τα παπούτσια και το παντελόνι της. Φορούσε καλοκαιρινά ρούχα μέσα στο αγιάζι αλλά δεν έμοιαζε να κρυώνει, το πρόσωπο της ήταν κόκκινο, τα χείλη της ξερά και είχε στη πλάτη της ένα σακίδιο καλυμμένο με ένα κίτρινο αδιάβροχο. Πίσω της εμφανίστηκε ο νεαρός συνοδοιπόρος της, λασπωμένος, βρεγμένος, ταλαίπωρος και κατάκοπος. Ο νεαρός τον είδε πρώτος και φώναξε στην κοπέλα που γύρναγε σε κύκλους αποπροσανατολισμένη ότι κάποιος έχει εμφανιστεί. Εκείνη αναθάρρησε και ευθύς έτρεξε προς το μέρος του, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να ξεδιπλώσει τον χάρτη που κρατούσε στα χέρια της.

“Where are we?” ήταν το πρώτο πράγμα που του είπε.

Συνεχίζεται … 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s