Τανζανία #18 – Η επέλαση των τρακτέρ

DSC_0156

Έχω χωθεί στο διάκενο ανάμεσα στο τοίχο και το κρεβάτι και βρίσκομαι μπροστά σε ένα φοβερό δίλημμα: Να κρυφτώ κάτω από το κρεβάτι και να αρχίσω τις μετάνοιες ή να αρχίσω να τρέχω προς την πίσω πόρτα της κουζίνας, να φύγω από το καταραμένο σπίτι να σωθώ. Η β’ επιλογή μου φάνηκε με καλύτερες πιθανότητες επιβίωσης, μα ενώ ξεκίνησα να μπουσουλάω προς το διάδρομο, ακούω έναν ήχο που που μου πάγωσε το αίμα.

“Η πόρτα… Άνοιξαν τη πόρτα του κήπου…”

Με κάθε επιφύλαξη κινήθηκα προς το παράθυρο μας, που έβλεπε την είσοδο. Ανασήκωσα μια άκρη της κουρτίνας και κοίταξα έξω. Η σιδερένια πόρτα του κήπου ήταν ανοιχτή, ο σύντροφος είχε εξαφανιστεί και οι εισβολείς έμπαιναν μέσα με κάτι τρακτέρ, τα οποία μούγκριζαν και βρυχόντουσαν σαν άγρια προιστορικά ζώα.

“Παναγίτσα μου, ήρθαν να κατεδαφίσουν το σπίτι. Το χωριό οργίστικε από την άφιξη των τρομερών Μουζούνγκου που καπηλεύονται τα εδάφη τους και προσβάλλουν τα ήθη τους. Σε λίγο θα σκάσουν και οι χωρικοί με αναμμένες τις δάδες να κάψουν το σπίτι και μένα μέσα σε αυτό.”  ήταν μερικές από τις σκέψεις που πέρασαν αστραπιαία από το θολωμένο από το πυρετό μυαλό μου… Κάπου εκεί παρέδωσα, έμεινα ακινητοποιημένη από τον φόβο, αποχαιρετώντας κάθε ελπίδα διαφυγής. να κοιτάζω έντρομη την επέλαση των Τρακτέρ. Και τότε ακούω την φωνή του συντρόφου!!!

“Έλα, έλα πίσω, as you are, as you are ρε, πάρτο όλο αριστερά τώρα, πρόσεχε, ΠΡΟΣΕΧΕ το παρτέρι, φιλαράκο.”

Και να σου εμφανίζεται ο σύντροφος με χειρονομίες και φωνές να κάνει τον παρκαδόρο των Τρακτέρ!

Έχω μείνει σύξυλη από τον σουρεαλισμό που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μου, τόσο που ξέχασα την κάλυψη μου και έμεινα να χάσκω γονατιστή μπροστά στο τζάμι με ένα ηλιθιώδες βλέμμα απορίας. Ο σύντροφος με εντοπίζει και περιχαρής με χαιρετάει δείχνοντας μου ενθουσιασμένος τα τρακτερ. Τον χαιρετάω και εγώ, εξακολουθώντας να μην καταλαβαίνω τίποτα. Με βλέπουνε οι άνθρωποι απάνω στα τρακτέρ και αρχίζουν και εκείνοι να με χαιρετάνε. Σηκώνωμαι λοιπόν όρθια και ανταποδίδω τους χαιρετισμούς. “My wife” τους ανακοίνωνε περήφανα ο σύντροφος!

Τα τρακτέρ έχουν παρκαριστεί, κάτι μηχανήματα έχουν τοποθετηθεί περιμέτρικά του κήπου και ο σύντροφος από την σιδερένια πόρτα χαιρετάει την ομάδα που μας τάραξε τον ύπνο νυχτιάτικα. Έρχεται στην κρεβατοκάμαρα μας, πάει κάτι να μου πει, πάω και εγώ κατι να πω, και μας πιάνει και τους δυο ένα νευρικό γέλιο, όμοιο του δεν έχουμε ξαναζήσει.

“Τι ήταν και αυτό ε;” γυρνάει προς το μέρος μου με δάκρυα στα μάτια από τα πολλά γέλια. “Καλά δεν θα με ρωτήσεις τι έγινε;”

Η αλήθεια είναι αφού είχαμε σωθεί, ελάχιστα με ενδιέφερε τι είχε συμβεί αλλά έκατσα να τα ακούσα για εγκυκλοπεδικούς λόγους. Λοιπόν ο λόγος που ο Ρίκι με την Γιούλη είχαν αναχωρήσει το πρωί για το Νταρ Ες Σαλααμ, ήταν για να παραλάβουν μερικά τρακτέρ και κάποια άλλα αγροτικά μηχανήματα. Ένα όμως τρακτέρ τα έφτυσε λίγο πριν βγούνε από το Νταρ, και μάλιστα σε μια από τις χειρότερες περιοχές της πρωτεύουσας. Ο Ρίκι με την Γιούλη είχαν μείνει να προσέχουν το σαραβαλιασμένο όχημα μέχρι να έρθει τεχνική βοήθεια ενώ τα υπόλοιπα τρακτέρ συνέχισαν αγκομαχώντας τον δρόμο τους και κάπως έτσι εισέβαλαν στην ιστορία μας στις 3 τα ξημερώματα χωρίς καμία προειδοποίηση.

Το επόμενο πρωινό ξυπνησαμε από το ένα σκυλί – φύλακα που ρουθούνιζε στο παράθυρο μας. Ο αλήτης το είχε σκάσει από το σπιτάκι του. Μετά ακούσαμε τα παιδιά να γυρίζουν από το Νταρ και τον Ρίκι να κυνηγάει τον σκύλο του. Τον sweety να γαυγίζει χαρούμενος. Τον δεύτερο σκύλο φύλακα να έρχεται να μυρίζει το παράθυρο μας. Σηκωθήκαμε λοιπόν και κινηθήκαμε προς το σαλόνι που είχαν αράξει οι ξενυχτισμένοι μας φίλοι.

“Καλημέρα! Τι έγινε ρε παιδιά; Είστε καλά;” ρωτάμε κάπως τσιριχτά, υπερβολικά χαρούμενοι που τους βλέπουμε.

“Καλά είμαστε. Ήταν μια δύσκολη νύχτα για όλους χθες έ;” μας απαντάει στο ίδιο ύφος ο Ρίκι, με τη ταλαιπωρία να φέγγει στο πρόσωπο του.

“Δε βαριέσαι βρε Ρίκι τέλος καλό όλα καλά…” πάει να πει ο σύντροφος μα σταματάει απότομα, φέρνει το χέρι του στο στόμα του και καρφώνει το βλέμμα του σε κάτι … που κείτονταν στο καναπέ δίπλα στο Ρίκι.

Και οι δύο μας στην αρχή σκεφτήκαμε ότι είναι … πτώμα! Ανθρώπινο, φασκιωμένο σαν μούμια με τα χέρια του δεμένα σταυρωτά. Ο Ρίκι μας έκανε “Μη του δίνεται σημασία” με μια κίνηση του χεριού του. “Τι έγινε ρε παιδιά;” κοιταχτήκαμε με τον σύντροφο “What happens in Tanzania stays in Tanzania?”

Μας πήρε λίγο χρόνο να καταλάβουμε ότι το πτώμα αναπνέει. Οπότε δεν ήτο πτώμα αλλά άνθρωπος. Κακοφορμισμένος, μυστήριος και περίεργα καμωμένος, μα άνθρωπος!

“Σου θυμίζει τίποτα;” μου ψυθίρισε στο αυτί ο σύντροφος.

“Μα στο μυαλό μου είσαι! Δεν είναι ίδιος;;;”

“My precious…”

Κάπως έτσι λοιπόν γνωρίσαμε “το Γκόλουμ”!

Διαβάστε την συνέχεια: Τανζανία #19 – Το ατυχές σαφάρι και μια μπύρα στο πουθενά

2 thoughts on “Τανζανία #18 – Η επέλαση των τρακτέρ

  1. Pingback: Τανζανία 18# – Η επέλαση των τρακτέρ | The Zion Logs

  2. Pingback: Τανζανία #18 – Η επέλαση των τρακτέρ | The Zion Logs

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s