Τανζανία #17 – Η εισβολή μέσα στην νύχτα

DSC_01188:10 μμ. Ο σύντροφος βγήκε στον δρόμο και κοίταξε με απόγνωση την ερημιά που απλωνόντανε γύρω του. Άναψε τον φακό του κινητού του και ξεκίνησε να κατευθύνεται προς τον κεντρικό δρόμο. Στην πρώτη διακλάδωση έβαλε σημάδι ένα δέντρο με μεγάλο κορμό και ένα περίεργο λουλούδι, και συνέχισε την πορεία του. Λίγα μέτρα μετά έφτασε στην επόμενη διακλάδωση η οποία δεν είχε καμία νοητή συνέχεια της πρώτης, ήταν ένα τριπλό σταυροδρόμι με αντίστοιχου μεγέθους χωμάτινους δρόμους. Ήξερε ότι κάπου εκεί κοντά έπαιζε και ένα ρέμα χωρίς νερό που σχημάτιζε μια μεγάλη τάφρο χωρίζοντας την περιοχή στα δύο. Σκέφτηκε ότι θα ήταν φρόνιμο να ακολουθούσε την τάφρο αλλά και να προσέξει να μην πέσει μέσα σε αυτή ψάχνοντας να τη βρει. Εκεί λοιπόν που καθόταν προβληματισμένος στο σταυροδρόμι, για καλή του τύχη τον πλησίασε ένα ζευγάρι, που είχε δεί το φώς από τον φακό του και κινήθηκε προς το μέρος του να δει εάν ο “μουζούνγκου” (ξένος) χρειάζεται βοήθεια.

“Τζάμπο” τους χαιρέτησε ο σύντροφος.

“Μάμπο” του απάντησαν εκείνοι.

“Πόα” (cool) συνέχισε ο σύντροφος την τελετουργία χαιρετισμού. “Χαμπάρι γκάνι; (τι κάνετε ή μάλλον πιο κυριολεκτικά “τι χαμπάρια;”)”

“Μιζούρι” (καλά!) του αποκρίθηκαν γελώντας.

Κάτι τον ρώτησε ο άνδρας στα σουαχίλι και κάπου εκεί έληξε η επίδειξη γλωσσομάθειας του συντρόφου.

“Έχεις χαθεί; Χρειάζεσαι βοήθεια.” τον ρώτησε με την σειρά της η κοπέλα στα αγγλικά.

“Όχι, εδώ μένω! Μήπως μπορείτε να μου πείτε, ψάχνω να βρω να αγοράσω νερό”

“Βέβαια” του απάντησε η κοπέλα και τον κατεύθυνε σε ένα μικρό μονοπατάκι το οποίο δεν πολύ-φαινότανε μέσα από την πυκνή βλάστηση. “Βλέπεις εκείνο το φωτάκι;” του έδειξε ένα τόσο αμυδρό φως που έμοιαζε με αστέρι στο βάθος του μονοπατιού.

“Ναι, νομίζω ότι το βλέπω” της απάντησε.

“Έχει ένα κιόσκι εκεί. Εκεί θα βρεις νερό.”

“Είστε σίγουροι, έχει κιόσκι εκεί; Κιόσκι που να πουλάει νερό” τους κοίταξε ο σύντροφος καλά καλά. Το δρομάκι έμοιαζε σχεδόν απάτητο ενώ έτρεχε φιδωτά μέσα στο δάσος.

“Ναι, το μονοπάτι ακολούθησε και θα το βρεις. Μόνο να προσέχεις πολύ.”

“Ασάντε σάνα” τους ευχαρίστησε, κίνησε προς το μονοπάτι και … κοντοστάθηκε.

“Συγνώμη, τι ακριβώς να προσέξω;” γύρισε προς το μέρος του ζευγαριού.

“The animals…”  του απάντησαν και οι δύο με μία φωνή.

“Τί ήθελα και ρώτησα….” μουρμούρισε καταπίνοντας ένα γέλιο ο σύντροφος. Τους ξανά ευχαρίστησε, τους καληνύχτισε μάλιστα, αποτελειώνοντας την επανάληψη όλων των σουαχίλι που γνώριζε, και άρχισε να ακολουθεί το μονοπάτι. Πράγματι σε ένα δεκάλεπτο είδε ότι όντως αυτό το φωτάκι άνηκε σε ένα κιόσκι στην μέση του πουθενά, λες και το είχαν τοποθετήσει εκεί ειδικά για εκείνον, με μόλις τρία μπουκάλια νερό και λιγοστά φρούτα πάνω στον πάγκο. Ο μαγαζάτορας ξαφνιάστηκε βλέποντας έναν “μουζούνγκου” με ένα φακό να περιφέρεται μέσα στην νύχτα μα τον υποδέχτηκε γελώντας. Ο σύντροφος αγόρασε τα δύο μπουκάλια από τα τρία και με αέρα νικητή επέστρεψε στο σπιτικό μας. Στο μεταξύ δεν συνάντησε ευτυχώς αυτά τα animals από τα οποία έπρεπε να φυλάγεται.

8:45 μμ. Όταν άκουσα τα βήματα του συντρόφου σαν να σηκώθηκε από πάνω μου ένα τεράστιο βάρος. Μόλις είδα δε ότι είχε και νερό μαζί του, κοντέψαμε να στήσουμε χορό, ξεσηκώνοντας και τον νυσταγμένο sweety στη γιορτή μας. Όλα πήγαν καλά λοιπόν, οπότε αράξαμε βάζοντας ταινιούλα στο λάπτοπ μας, αφού οι 45 απόπειρες να συνδεθούμε στο skype μέσω κινητού και υπολογιστή είχαν αποτύχει, το συνδέσαμε και με την μεγάλη οθόνη του σαλονιού και περιμέναμε να γυρίσουνε τα παιδιά για να φάμε όλοι μαζί.

10:30 μμ. Η ταινία είχε τελειώσει και τα παιδιά δεν είχανε φανεί ακόμα, οπότε βάλαμε ένα πιάτο μακαρόνια και φάγαμε. Ήταν η χειρότερη μακαρονάδα που είχαμε φάει ποτέ!

10:50 μμ. Βγήκαμε στον κήπο να δούμε τα αστέρια. Καθίσαμε πάνω στους κομμένους κορμούς, τοποθετημένους κυκλικά γύρω από μία σβησμένη από μέρες φωτιά. Ένα παγκάκι φτιαγμένο για ινδιάνικες νύχτες κάτω από τον έναστρο ουρανό. Ενώ είχαμε κλείσει την πόρτα του σπιτιού, την βλέπουμε να ανοίγει και τον sweety να πετάγεται έξω. Αρχίζουμε να τον κυνηγάμε γύρω γύρω από τον κήπο, τον πιάνουμε και πάμε να τον βάλουμε μέσα. Μετά σκεφτήκαμε ότι μπορεί να θέλει να πάει να κάνει την ανάγκη του ο κακομοίρης και τον συνοδέψαμε πάλι έξω. Ο sweety όμως δεν κατούρησε …

11:30 μμ. Πηγαίνω να ξαπλώσω γιατί δεν νιώθω πολύ καλά. Από τη βραδιά του λεωφορείου νιώθω σαν να με τριγυρίζει μια γρίπη, φτερνίζομαι και νιώθω αδύναμη. “Μάλλον έχεις δέκατα” μου λέει ο σύντροφος πιάνοντας μου το μέτωπο. Ο ίδιος, νιώθοντας γενναίος αφού είχε επιβιώσει στην ζούγκλα, έκανε ένα δροσερό μπανάκι υπό το φώς του φακού του. Το άγνωστο πολύποδο (animal?) είχε καταλύσει στο ταβάνι, παρατηρώντας με τα 8 του μάτια τον σύντροφο να πλατσουρίζει κάτω από το ντους, κρατώντας το στόμα και τα μάτια του ερμητικά κλειστά.

12:30 πμ. Ο σύντροφος αφήνει σημείωμα στο τραπέζι που ενημερώνει τα παιδιά ότι υπάρχει φαγητό στο φούρνο και κατευθύνεται στο κρεβάτι μας. “Ήρθανε;” ίσα που ακούγεται η φωνή μου μέσα από τα σκεπάσματα. “Όχι, δεν έχουνε έρθει ακόμα.” μου απαντάει. “Κλείδωσες;” ρωτάω αλλά με παίρνει ο ύπνος πριν ακούσω την απάντηση.

01:00 πμ. Ησυχία, τάξη και ασφάλεια

02:00 πμ. Ύπνος βαθύς έχει τυλίξει ανθρώπους και ζωντανά μέσα στο σπιτάκι της ζούγκλας.

03:00 πμ. Ξεκίνησε με ένα μούγκρισμα, το οποίο όλο και πλησίαζε το σπίτι. Ο βρυχηθμός βαρίων μηχανών που αγκομαχούσαν πάνω στον χωματόδρομο κατέφτανε σαν βουητό. Στο πρώτο κορνάρισμα πετάχτηκε ο σύντροφος. Ακολούθησε δεύτερο. Και τρίτο. Και ταυτόχρονα. Πολλά κορναρίσματα ταυτόχρονα, ερχόντουσαν από την κεντρική πόρτα του κήπου. Μετά άρχισαν κοπανήματα, απανωτά χτυπήματα πάνω στην σιδερένια πόρτα. ΓΚΑΝΓΚ ΓΚΑΝΚ. Ακούγονταν και φωνές, δυνατές ανδρικές φωνές που σχίζανε την ησυχία της νύχτας

“ΑHΟΟΟΟΟY. Is there anybody at hoooooooome???? AHOOOOOYYYYY!

Ο σύντροφος έτρεξε προς το παράθυρο και τους είδε. Σκαρφαλωμένους πάνω στα κάγκελα να φωνάζουνε με όλη τους τη δύναμη: AHOOOOOYYYYY! Με άγαρμπα κοπανήματα πάνω στο σίδερο. Και κόρνες μακρόσυρτες και παρατεταμένες. Και το βουητό των μηχανών που έκανε όλο το σπίτι να τρέμει.

“Τους βλέπεις; Έχουν ανέβει στο φράχτη” μου λέει έκπληκτος ο σύντροφος, σκυμμένος κάτω από το παράθυρο.

Μέσα στην παραζάλη του πυρετού μου τους είδα και εγώ, χωρίς να ανοίξω τα μάτια μου. Ήτανε πειρατές. Κρατούσανε πειρατικές σημαίες και ματσέτες στα χέρια τους και τις ανεμίζανε πάνω στο φράχτη του κήπου μας. Προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια μου, ξυπνάω, ζαλισμένη αλλά ξύπνια πια, ανασηκώνομαι διακριτικά και βλέπω φώτα να παίζουνε πίσω από την κουρτίνα του δωματίου μας. Τότε ακούω την πόρτα να ανοίγει και βήματα στο κήπο. Μα τι κάνει ο τρελός; Βγήκε έξω;;; Και τότε ακούω τον σύντροφο να τους φωνάζει: WHO IS THIS???? I NO OPEN!!!! THIS IS NOT MY HOUSE!!!!!

Πάει, πάει μας τελείωσε ο σύντροφος, σκέφτηκα, έχοντας παραλύσει από τον φόβο. Το μόνο καλό είναι ότι δεν ξέρουν ότι βρίσκομαι και εγώ μέσα στο σπίτι. Ίσως καταφέρω να τη γλιτώσω! Ξεκίνησα λοιπόν να κυλάω προς την άκρη του κρεβατιού ψάχνοντας να βρω ένα έξυπνο καταφύγιο να κρυφτώ…

Από τα τρία σκυλιά που βρισκόντουσαν στο σπίτι δεν ακούστηκε κανένα γαύγισμα….

Διαβάστε την συνέχεια: Τανζανία #18 – Η επέλαση των τρακτέρ

One thought on “Τανζανία #17 – Η εισβολή μέσα στην νύχτα

  1. Pingback: Τανζανία #17 – Η εισβολή μέσα στην νύχτα | The Zion Logs

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s